Αγγλικά → Ελληνικά - wow

προφορά
ουσ. εκπληκτική επιτυχία, κατάπληκτικη επιτυχία

Αγγλικά → Αγγλικά - wow

προφορά
n. distorted sound; great success (Slang); barking, howling (Slang)
v. excite; impress; bark, howl (Slang)
interj. cry of enthusiasm, cry of amazement, cry of surprise

Αγγλικά → Γαλλικά - wow

προφορά
n. bruit distordu; réussite fulgurante (argot); aboiement; hurlement (argot)
v. enthousiasmer; aboyer, hurler (argot)
interj. super!; ça alors! cri de surprise et d'admiration etc.

Αγγλικά → Γερμανικά - wow

προφορά
n. verzerrter Klang; unglaublicher Erfolg (Slang); Gebelle, Geschrei (Slang)
v. begeistern; bellen, schreien (Slang)
intz. Wow! (toll!, Überraschungsaufschrei, Verwunderungsaufschrei usw.)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - wow

προφορά
n. hebat sekali: sesuatu yg hebat sekali
v. kagum: membuat kagum, mengagumkan

Αγγλικά → Ιταλικά - wow

προφορά
s. (sl) successone
v. (sl) fare impazzire, mandare in visibilio, far delirare
inter. (fam) oh

Αγγλικά → Πολωνικά - wow

προφορά
n. szlagier, wielki sukces {sl.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - wow

προφορά
s. som destorcido; sucesso incrível (gíria); latido, miado (gíria)
v. impressionar; latir, miar (gíria)
interj. uau! (chamado de surpresa, impressão)

Αγγλικά → Ρωσικά - wow

προφορά
с. нечто из ряда вон выходящее, огромный успех
г. поразить, ошеломить
межд. здорово, красота, вот это да

Αγγλικά → Ισπανικά - wow

προφορά
s. Sonido deformante; gran triunfo (en dialecto); ladrido; alarido (en dialecto)
v. Ladrar; dar un alarido (en dialecto); entusiasmar
interj. Interjección que quiere decir ¡caramba! ¡caray!

Αγγλικά → Τουρκικά - wow

προφορά
f. şaşırtmak, hayret ettirmek, hayran etmek
i. büyük başarı [amer.], müthiş şey, parmak ısıttıran şey, radyoda ses bozulması
ünl. hayret, vay be, vay

Αγγλικά → Ουκρανικά - wow

προφορά
n. гавкіт
v. приголомшити, вищати, захоплення: викликати захоплення

Γερμανικά → Αγγλικά - wow

προφορά
interj. wow!

Αγγλικά → Ολλανδικά - wow

προφορά
zn. Enorm succes (slang); klapper; geblaf, gejank
ww. Enthousiast maken; blaffen, janken (slang)
tw. Wau! (uitroep van verbazing, verrassing)

Αγγλικά → Αραβικά - wow

προφορά
‏نجاح باهر، هتاف يعبر به عن الإبتهاج، صيحة فرح، تفاوت بطىء‏
‏أثار إعجاب السامعين‏

Αγγλικά → Κινεζικά - wow

προφορά
(名) 叫声, 哄动一时的人物#发出叫声

Αγγλικά → Κινεζικά - wow

προφορά
(名) 叫聲, 哄動一時的人物#發出叫聲

Αγγλικά → Ιαπωνικά - wow

προφορά
(間) うわーっ, うぉーっ, ひえーっ
(動) 興奮させる; 感動を与える; 吠える(俗語)
(名) 音のむら; 大成功(俗語); 吠えること(俗語)

Αγγλικά → Κορεατικά - wow

προφορά
명. 대성공, 재생음의 흐트러짐
동. 신나서 떠들게 하다
감탄. 야

Αγγλικά → Βιετναμικά - wow

προφορά
n. tiếng mèo kêu, chó tru, việc lạ lùng, không chê được


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: wowing
Present: wow (3.person: wows)
Past: wowed
Future: will wow
Present conditional: would wow
Present Perfect: have wowed (3.person: has wowed)
Past Perfect: had wowed
Future Perfect: will have wowed
Past conditional: would have wowed
© dictionarist.com