Αγγλικά → Ελληνικά - wordy

προφορά
επίθ. φλύαρος, πολύλογος, μακρολόγος

Αγγλικά → Αγγλικά - wordy

προφορά
adj. verbose, using many or too many words, long-winded; consisting of words, verbal

Αγγλικά → Γαλλικά - wordy

προφορά
adj. verbeux; avec beaucoup de mots; des mots

Αγγλικά → Γερμανικά - wordy

προφορά
adj. wortreich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - wordy

προφορά
a. kata: dgn banyak kata, panjang lebar

Αγγλικά → Ιταλικά - wordy

προφορά
agg. verboso, prolisso

Αγγλικά → Πολωνικά - wordy

προφορά
a. wielomówny, wielosłowny, wygadany, rozwlekły, słowny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - wordy

προφορά
adj. aumenta as palavras, abundância de palavras; verbal, de palavras

Αγγλικά → Ρουμανικά - wordy

προφορά
a. prolix, verbal

Αγγλικά → Ρωσικά - wordy

προφορά
прил. многословный, словесный

Αγγλικά → Ισπανικά - wordy

προφορά
adj. verboso, poco conciso, prolijo

Αγγλικά → Τουρκικά - wordy

προφορά
s. kelime, söz, sözü fazla uzatan, çok kelimeli

Αγγλικά → Ουκρανικά - wordy

προφορά
a. багатослівний, словесний

Αγγλικά → Ολλανδικά - wordy

προφορά
bn. woordenrijk, langdradig

Αγγλικά → Αραβικά - wordy

προφορά
‏مطنب، كثير الكلام، كلامي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - wordy

προφορά
(形) 文字的, 多言的, 口头的

Αγγλικά → Κινεζικά - wordy

προφορά
(形) 文字的, 多言的, 口頭的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - wordy

προφορά
(形) ことば数の多い, 長たらしい; 言葉による

Αγγλικά → Κορεατικά - wordy

προφορά
형. 말로의, 말의, 말 많은

Αγγλικά → Βιετναμικά - wordy

προφορά
a. dài giòng, rườm rà


dictionary extension
© dictionarist.com