Αγγλικά → Ελληνικά - withdrawn

προφορά
επίθ. αποτραβηγμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - withdrawn

προφορά
adj. reserved, introverted; aloof, recluse; taken back, recalled

Αγγλικά → Γαλλικά - withdrawn

προφορά
adj. réservé

Αγγλικά → Γερμανικά - withdrawn

προφορά
[withdraw] v. zurückweichen; sich zurückziehen; abheben (Geld); zurückziehen von, zurücknehmen; sich absondern; herausgehen; entfernen; herausnehmen
v. zurücktreten; austreten; abspringen; zurückgezogen; zurückziehen
adj. verschlossen, zurückgezogen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - withdrawn

προφορά
a. pendiam, menyendiri: yg suka menyendiri, tersendiri

Αγγλικά → Ιταλικά - withdrawn

προφορά
agg. isolato, appartato; chiuso in se stesso, introverso; (Econ) prelevato

Αγγλικά → Πολωνικά - withdrawn

προφορά
a. zamknięty w sobie, wybrany z konta

Αγγλικά → Πορτογαλικά - withdrawn

προφορά
adj. fechado em si mesmo, retirado

Αγγλικά → Ρωσικά - withdrawn

προφορά
прил. замкнутый, ушедший в себя

Αγγλικά → Ισπανικά - withdrawn

προφορά
adj. apartado; retraído, frío

Αγγλικά → Τουρκικά - withdrawn

προφορά
s. içine kapanık, çekingen, içe dönük, çekilmiş, geri alınmış

Αγγλικά → Ουκρανικά - withdrawn

προφορά
a. замкнений, усамітнений

Αγγλικά → Ολλανδικά - withdrawn

προφορά
bn. teruggetrokken; gesloten (gedrag)

Αγγλικά → Αραβικά - withdrawn

προφορά
‏منسحب، منعزل، منطو على نفسه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - withdrawn

προφορά
(形) 性格内向的; 孤独的; 偏僻的

Αγγλικά → Κινεζικά - withdrawn

προφορά
(形) 性格內向的; 孤獨的; 偏僻的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - withdrawn

προφορά
(形) 内向的な; よそよそしい; 取り戻された
(動) 引き下がる; 除く; お金を引き出す; 取り戻す; 撤退する; 出発する; 退く; 取り出す
(動) 引っ込める; 撤退させる; 退ける; 退く; 引き出す; 取り出す

Αγγλικά → Κορεατικά - withdrawn

προφορά
형. 내성적인; 고립된; 물러난

Αγγλικά → Βιετναμικά - withdrawn

προφορά
v. rút tay
a. tránh xa


© dictionarist.com