Αγγλικά → Ελληνικά - wilt

προφορά
ρήμ. μαραίνω, μαραίνομαι, φθίνω

Αγγλικά → Αγγλικά - wilt

προφορά
n. drooping, withering; disease in plants
v. wither, become limp, lose freshness; lose spirit; weaken; become weak
n. Wilt, male first name

Αγγλικά → Γαλλικά - wilt

προφορά
n. fanage, flétrissement; maladie des plantes
v. se flétrir, se faner; dépérir, languir; perdre contenance; se dégonfler

Αγγλικά → Γερμανικά - wilt

προφορά
[Wilt] n. Wilt, männlicher Vorname (kurz für Wilton)
n. Welken; Mehltau (Pflanzenkrankheit)
v. (ver) welken, verblühen; dahinwelken, schlapp o. schwach werden, erschlaffen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - wilt

προφορά
n. layu: hal layu
v. layu: menjadi layu, melayu, lesu: menjadi lesu, kehilangan tenaga, melayukan

Αγγλικά → Ιταλικά - wilt

προφορά
s. far appassire
v. appassire, avvizzire; (fig) perdere vigore, deperire, sciuparsi

Αγγλικά → Πολωνικά - wilt

προφορά
v. więdnąć, zwiędnąć, marnieć, zmizernieć, uschnąć, usychać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - wilt

προφορά
s. apodrecimento
v. definhar, desfalecer; esmorecer; fazer murchar; murchar, secar

Αγγλικά → Ρουμανικά - wilt

προφορά
v. fana, ofili, veşteji, veşteji: se veşteji, lâncezi, fi deprimat, fleşcăi {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - wilt

προφορά
г. вянуть, поникать; слабеть, ослабевать; терять присутствие духа, губить

Αγγλικά → Ισπανικά - wilt

προφορά
s. Enfermedad de la plantas, marchitación
v. marchitar, marchitarse, mustiarse

Αγγλικά → Τουρκικά - wilt

προφορά
f. solmak, güçten düşmek, cesaretini kaybetmek, eceksin (şiir)

Αγγλικά → Ουκρανικά - wilt

προφορά
v. в'янути, поникати, опадати, никнути, занепадати духом

Γαλλικά → Αγγλικά - wilt

προφορά
n. Wilt, male first name (short form of Wilton)

Αγγλικά → Ολλανδικά - wilt

προφορά
zn. Verwelken, kwijnen, verdorren (ziekte bij planten)
ww. verwelken, kwijnen, kwijnend neerhangen, verslappen

Αγγλικά → Αραβικά - wilt

προφορά
‏ذبول، ذوى‏
‏ذبل، ذوى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - wilt

προφορά
(动) 枯萎, 畏缩, 憔悴

Αγγλικά → Κινεζικά - wilt

προφορά
(動) 枯萎, 畏縮, 憔悴

Αγγλικά → Ιαπωνικά - wilt

προφορά
(動) しぼむ; しょげさせる; 弱らせる; 萎れる
(名) しおれること; しおれ病; 立枯れ病

Αγγλικά → Κορεατικά - wilt

προφορά
명. 장승병
동. 이울다, 풀이 죽다, 이울게 하다, 약하게 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - wilt

προφορά
v. khơ héo, tàn úa, suy yếu, hao mòm


Χρονοι ρηματων

Present participle: wilting
Present: wilt (3.person: wilts)
Past: wilted
Future: will wilt
Present conditional: would wilt
Present Perfect: have wilted (3.person: has wilted)
Past Perfect: had wilted
Future Perfect: will have wilted
Past conditional: would have wilted
© dictionarist.com