Αγγλικά → Ελληνικά - willingness

προφορά
ουσ. προθυμία, εκουσιότης, εκουσιότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - willingness

προφορά
n. readiness; agreeableness; state or condition of being willing

Αγγλικά → Γαλλικά - willingness

προφορά
n. accord, juste; bonne volonté

Αγγλικά → Γερμανικά - willingness

προφορά
n. Bereitwilligkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - willingness

προφορά
n. kesudian, kerelaan

Αγγλικά → Ιταλικά - willingness

προφορά
s. buona volontà, buona disposizione, prontezza, spontaneità

Αγγλικά → Πολωνικά - willingness

προφορά
n. ochota, gotowość, zgoda, dobre chęci, ochoczość, usłużność, skwapliwość

Αγγλικά → Πορτογαλικά - willingness

προφορά
s. concordância, aceitação, disposição; ação voluntária, atitude que partiu de vontade

Αγγλικά → Ρουμανικά - willingness

προφορά
n. amabilitate, bunăvoinţă, consimţire, plăcere

Αγγλικά → Ρωσικά - willingness

προφορά
с. готовность

Αγγλικά → Ισπανικά - willingness

προφορά
s. voluntad, avenencia, buena disposición, buena gana, buena voluntad, iniciativa

Αγγλικά → Τουρκικά - willingness

προφορά
i. isteklilik, isteyerek yapma, içinden gelme, gönüllülük

Αγγλικά → Ουκρανικά - willingness

προφορά
n. готовність

Αγγλικά → Ολλανδικά - willingness

προφορά
zn. bereidheid, gewilligheid

Αγγλικά → Αραβικά - willingness

προφορά
‏إستعداد، رغبة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - willingness

προφορά
(名) 自愿; 乐意

Αγγλικά → Κινεζικά - willingness

προφορά
(名) 自願; 樂意

Αγγλικά → Ιαπωνικά - willingness

προφορά
(名) 快さ; 同調性; 嬉しさ

Αγγλικά → Κορεατικά - willingness

προφορά
명. 쾌히 하기, 자진하여 하기

Αγγλικά → Βιετναμικά - willingness

προφορά
n. sự sẳn lòng


© dictionarist.com