Αγγλικά → Ελληνικά - wile

προφορά
ουσ. πανουργία, δόλος, τέχνασμα
ρήμ. τεχνάζομαι, σαγηνεύω

Αγγλικά → Αγγλικά - wile

προφορά
n. trick, cunning; lure, enticement
v. plan a scheme; cheat, deceive; tempt, entice; pass time (when used as "wile away")

Αγγλικά → Γαλλικά - wile

προφορά
n. ruse, artifice, combine; escroquerie
v. décevoir; séduire; passer le temps; manoeuvrer astucieusement

Αγγλικά → Γερμανικά - wile

προφορά
n. Trick, Kniffe; Ränke
v. austricksen; betrügen; verlocken; die Zeit verbringen (mit "away" gebraucht)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - wile

προφορά
n. tipu daya, tipu muslihat, akal
v. memperdayakan, memperdaya, menghabiskan

Αγγλικά → Ιταλικά - wile

προφορά
s. trucco, astuzia, stratagemma
v. attrarre, attirare, allettare, adescare; ingannare, ammazzare

Αγγλικά → Πολωνικά - wile

προφορά
n. podstęp, wabik
v. wabić, przynęcać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - wile

προφορά
s. truque, manobra; engano, engodo, embuste, farsa, fraude
v. enganar; seduzir; passar o tempo (em locução com "away")

Αγγλικά → Ρουμανικά - wile

προφορά
n. şiretlic, viclenie

Αγγλικά → Ρωσικά - wile

προφορά
с. хитрость, уловка, обман
г. заманивать, завлекать

Αγγλικά → Ισπανικά - wile

προφορά
s. artimaña, ardid, astucia, treta
v. Cometer un fraude, hacer un ardid, engañar; embaucar; engatusar; portarse con astucia

Αγγλικά → Τουρκικά - wile

προφορά
f. ayartmak, baştan çıkarmak, cezbetmek
i. hile, üçkâğıt, dolap

Αγγλικά → Ουκρανικά - wile

προφορά
n. брехливість, обман, лукавство
v. заманювати, зваблювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - wile

προφορά
zn. list, (sluwe) streek
ww. listige streken uitvoeren; oplichten; verlokken; tijd verbruiken (bij samenvoeging van "away")

Αγγλικά → Αραβικά - wile

προφορά
‏حيلة، خدعة، خداع‏
‏خدع، قتل الوقت‏

Αγγλικά → Κινεζικά - wile

προφορά
(名) 诡计, 欺骗, 阴谋
(动) 欺骗, 消遣, 诱骗

Αγγλικά → Κινεζικά - wile

προφορά
(名) 詭計, 欺騙, 陰謀
(動) 欺騙, 消遣, 誘騙

Αγγλικά → Ιαπωνικά - wile

προφορά
(動) 企む; 欺く; おびき出す; 気ままに過ごす(while away として使ったとき)
(名) たくらみ; 罠

Αγγλικά → Κορεατικά - wile

προφορά
명. 책략
동. 속이다, 즐겁게 보내다

Αγγλικά → Βιετναμικά - wile

προφορά
n. mưu chước, mưu kế
v. lừa, dụ, gạt gẩm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: wiling
Present: wile (3.person: wiles)
Past: wiled
Future: will wile
Present conditional: would wile
Present Perfect: have wiled (3.person: has wiled)
Past Perfect: had wiled
Future Perfect: will have wiled
Past conditional: would have wiled
© dictionarist.com