Αγγλικά → Ελληνικά - wail

προφορά
ουσ. θρήνος
ρήμ. θρηνώ, κλαίω

Αγγλικά → Αγγλικά - wail

προφορά
n. lamentation, cry of grief; long loud shrill sound; expression of objection or resentment
v. lament, mourn, cry for; make a long loud shrill sound

Αγγλικά → Γαλλικά - wail

προφορά
n. gémissement, hurlement
v. se lamenter, déplorer, faire l'éloge funèbre, prendre le deuil, se désoler, pleurer

Αγγλικά → Γερμανικά - wail

προφορά
n. Geheul; Gejammer
v. jammern, wehklagen, klagen; trauern; beweinen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - wail

προφορά
n. raung, raungan, ratap, ratapan, tangisan tersedu-sedu, tangis tersedu-sedu
v. meraung, mengaum, melengking, bergaduh, meratap, tangis

Αγγλικά → Ιταλικά - wail

προφορά
s. gemito, lamento; suono triste
v. gemere, lamentarsi, emettere lamenti; lagnarsi

Αγγλικά → Πολωνικά - wail

προφορά
n. zawodzenie, lament, płakanie
v. zawodzić, jęczeć, lamentować, kwilić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - wail

προφορά
s. lamento, pranto, queixume
v. choramingar, lamentar, prantear, gemer

Αγγλικά → Ρουμανικά - wail

προφορά
n. bocet, geamăt, jeluire, oftat, plânset de durere, urlet al vântului, văicăreală
v. boci, căina, jeli, jelui, jeli: se jeli, lamenta, tângui, urla, văita, plânge

Αγγλικά → Ρωσικά - wail

προφορά
с. вопль, завывание, вой; причитания, стенания
г. вопить, выть, оплакивать, причитать, стенать

Αγγλικά → Ισπανικά - wail

προφορά
s. gemido, lamento, plañido, vagido
v. gemir, plañir, sollozar

Αγγλικά → Τουρκικά - wail

προφορά
f. ağlamak, ağıt yakmak, feryat etmek, inlemek, acı acı bağırmak, hayıflanmak, yas tutmak
i. feryat, ağlama

Αγγλικά → Ουκρανικά - wail

προφορά
n. зойк, лемент, завивання, голосіння, ридання
v. волати, стогнати, завивати, ремствувати, грати на джазовому інструменті, скаржитися, голосити, лементувати, рюмсати

Αγγλικά → Ολλανδικά - wail

προφορά
zn. weeklacht, jammerklacht, gehuil, gejoel; schel geluid; uitrdrukking van bezwaar of gramschap
ww. klagen, jammeren; loeien, een schel geluid maken

Αγγλικά → Αραβικά - wail

προφορά
‏عويل، ندب‏
‏نحب، نوح، إنتحب، عول، ندب، شكا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - wail

προφορά
(名) 悲叹, 痛快, 哀号
(动) 悲叹, 嚎啕, 哀号; 悲痛

Αγγλικά → Κινεζικά - wail

προφορά
(名) 悲歎, 痛快, 哀號
(動) 悲歎, 嚎啕, 哀號; 悲痛

Αγγλικά → Χίντι - wail

προφορά
n. चीक, आक्रंदन, रोना, रोना धोना, विलाप
v. किकियाना, चिल्लाना, चीकना, बिसूरना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - wail

προφορά
(動) 悲嘆にくれる, 大声で泣く; 大きな甲高い音を出す
(名) 嘆き悲しむこと; 泣き叫ぶ声; 悲しげな音

Αγγλικά → Κορεατικά - wail

προφορά
명. 비탄, 울부짖는 소리
동. 울부짖다, 한탄하다, 비탄하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - wail

προφορά
n. tiếng kêu ai oán, lời than van, lời rên rỉ
v. than van, rên rỉ


Χρονοι ρηματων

Present participle: wailing
Present: wail (3.person: wails)
Past: wailed
Future: will wail
Present conditional: would wail
Present Perfect: have wailed (3.person: has wailed)
Past Perfect: had wailed
Future Perfect: will have wailed
Past conditional: would have wailed
© dictionarist.com