Ιταλικά → Αγγλικά - voluminoso

προφορά
adj. bulky, voluminous

Πορτογαλικά → Αγγλικά - voluminoso

προφορά
adj. of big proportions or dimensions

Ισπανικά → Αγγλικά - voluminoso

προφορά
adj. large, voluminous, bulky

Ιταλικά → Γαλλικά - voluminoso

προφορά
(dimensione) volumineux; encombrant

Ιταλικά → Γερμανικά - voluminoso

προφορά
adj. sperrig, umfangreich, voluminös

Ισπανικά → Γαλλικά - voluminoso

προφορά
(tamaño) volumineux; encombrant

Ισπανικά → Γερμανικά - voluminoso

προφορά
a. umfangreich, voluminös, sperrig, massig, groß, stark, dick, ungefüge

Ισπανικά → Ρωσικά - voluminoso

προφορά
adj. объемный

Ισπανικά → Κορεατικά - voluminoso

προφορά
adj. 권수가 많은, 부피가 큰


dictionary extension
© dictionarist.com