Αγγλικά → Γερμανικά - volar

προφορά
adj. die innere Handfläche betreffend, die Fußsohle betreffend; das Fliegen betreffend

Αγγλικά → Ιταλικά - volar

προφορά
PALMARE. DEL PALMO. DELLA PIANTA

Αγγλικά → Ρωσικά - volar

προφορά
ладонный; подошвенный

Αγγλικά → Ισπανικά - volar

προφορά
adj. palmar

Ισπανικά → Αγγλικά - volar

προφορά
[volar] v. fly; wing; sail; walk; spring; blow

Ισπανικά → Γαλλικά - volar

προφορά
1. (general) voler
2. (arena) voler

Ισπανικά → Γερμανικά - volar

προφορά
v. fliegen, auffliegen, ausfliegen, fortfliegen, dahinfliegen, eilen, dahineilen, verfliegen, verschwinden, sprengen, absprengen, aufsprengen, lossprengen, aufbringen, reizen, draufgehen, hochstellen

Ισπανικά → Ρωσικά - volar

προφορά
v. летать, исчезать, улетать

Αγγλικά → Κινεζικά - volar

προφορά
(形) 手掌的; 属于飞行的

Αγγλικά → Κινεζικά - volar

προφορά
(形) 手掌的; 屬於飛行的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - volar

προφορά
(形) てのひらの; 飛行の

Ισπανικά → Κορεατικά - volar

προφορά
v. 날다


© dictionarist.com