Αγγλικά → Ελληνικά - vocation

προφορά
ουσ. επάγγελμα, θεία κλήση

Αγγλικά → Αγγλικά - vocation

προφορά
n. calling; career, profession; capability, skill
n. vocation, calling

Αγγλικά → Γαλλικά - vocation

προφορά
n. vocation; profession, métier; talent

Αγγλικά → Γερμανικά - vocation

προφορά
n. Auftrag; Beruf (ung); Talent

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vocation

προφορά
n. keahlian, bakat, lapangan, pekerjaan, kejuruan

Αγγλικά → Ιταλικά - vocation

προφορά
s. (Rel) vocazione; inclinazione, attitudine, tendenza, disposizione; occupazione, professione, mestiere, attività, lavoro

Αγγλικά → Πολωνικά - vocation

προφορά
n. powołanie, zawód, fach

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vocation

προφορά
s. vocação, dom; missão

Αγγλικά → Ρουμανικά - vocation

προφορά
n. vocaţie, chemare, carieră, profesiune, înclinaţie

Αγγλικά → Ρωσικά - vocation

προφορά
с. призвание, склонность, профессия

Αγγλικά → Ισπανικά - vocation

προφορά
s. vocación, profesión

Αγγλικά → Τουρκικά - vocation

προφορά
i. davet, çağrı, yetenek, kabiliyet, meslek, uğraşı

Αγγλικά → Ουκρανικά - vocation

προφορά
n. покликання, професія

Γαλλικά → Αγγλικά - vocation

προφορά
(f) n. vocation, calling

Αγγλικά → Ολλανδικά - vocation

προφορά
zn. roeping; beroep; talent

Γαλλικά → Γερμανικά - vocation

προφορά
n. berufung, bestimmung

Γαλλικά → Ιταλικά - vocation

προφορά
1. (emploi) vocazione (f)
2. (religion) vocazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - vocation

προφορά
1. (emploi) vocação (f)
2. (religion) vocação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - vocation

προφορά
n. призвание (f), склонность (f), профессия (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - vocation

προφορά
1. (emploi) vocación (f)
2. (religion) vocación (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - vocation

προφορά
[la] tanrı çağrısı; gönül eğilimi; istidat, yetenek

Γαλλικά → Ολλανδικά - vocation

προφορά
1. (emploi) aanleg (m)
2. (religion) roeping (f)

Αγγλικά → Αραβικά - vocation

προφορά
‏مهنة، النداء الباطني للعمل، موهبة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vocation

προφορά
(名) 天命, 才能, 天职

Αγγλικά → Κινεζικά - vocation

προφορά
(名) 天命, 才能, 天職

Αγγλικά → Χίντι - vocation

προφορά
n. पेशा, उद्यम, व्यवसाय, वृत्ति

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vocation

προφορά
(名) 職業; 天職; 神のおぼしめし; 適性; 才能

Αγγλικά → Κορεατικά - vocation

προφορά
명. 천직, 사명감; 직업, 적성; 능력

Αγγλικά → Βιετναμικά - vocation

προφορά
n. khuynh hướng, xu hướng, nghề nghiệp


dictionary extension
© dictionarist.com