Ιταλικά → Αγγλικά - vivendo

προφορά
[vivere] v. live, be alive, exist, be; survive; reside, dwell; enjoy life; support oneself

Πορτογαλικά → Αγγλικά - vivendo

προφορά
[viver] v. dwell, indwell; live, reside; subsist; inhabit

Ιταλικά → Γερμανικά - vivendo

προφορά
lebend


© dictionarist.com