Αγγλικά → Ελληνικά - vivacious

προφορά
επίθ. ζωηρός, φαιδρός

Αγγλικά → Αγγλικά - vivacious

προφορά
adj. merry, full of life, enthusiastic, excited

Αγγλικά → Γαλλικά - vivacious

προφορά
adj. vivace; plein d'enthousiasme, excité

Αγγλικά → Γερμανικά - vivacious

προφορά
adj. lebhaft, lebendig, begeistert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vivacious

προφορά
a. gembira, riang, bersemangat, bergairah, lincah

Αγγλικά → Ιταλικά - vivacious

προφορά
agg. vivace, brioso, animato, vivo; perenne

Αγγλικά → Πολωνικά - vivacious

προφορά
a. żywy, ożywiony, pełny energii, pełen energii, żywotny, rześki, lotny, trwały, skoczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vivacious

προφορά
adj. animado, vivo, ativo, vivaz

Αγγλικά → Ρωσικά - vivacious

προφορά
прил. живой, оживленный

Αγγλικά → Ισπανικά - vivacious

προφορά
adj. lleno de vida, alegre, vivaracho, vivaz

Αγγλικά → Τουρκικά - vivacious

προφορά
s. canlı, neşeli, hayat dolu

Αγγλικά → Ουκρανικά - vivacious

προφορά
a. живий, живучий

Αγγλικά → Ολλανδικά - vivacious

προφορά
bn. levendig, opgewekt; overblijvend (v. planten)

Αγγλικά → Αραβικά - vivacious

προφορά
‏مرح، نشيط، مفعم بالحيوية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vivacious

προφορά
(形) 活泼的, 多年生的, 快活的

Αγγλικά → Κινεζικά - vivacious

προφορά
(形) 活潑的, 多年生的, 快活的

Αγγλικά → Χίντι - vivacious

προφορά
a. गरमागरम, ज़िंदादिल, अनुप्राणित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vivacious

προφορά
(形) 活発な

Αγγλικά → Κορεατικά - vivacious

προφορά
형. 활기 있는, 생기 있는, 다년생의

Αγγλικά → Βιετναμικά - vivacious

προφορά
a. nhanh nhẩu, lanh lẹ, vui vẻ


dictionary extension
© dictionarist.com