Αγγλικά → Ελληνικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] ρήμ. ζωοποιώ, ζωογονώ

Αγγλικά → Αγγλικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] v. give vitality; animate; make a person or something lively (also vitalise)
v. vitalize, animate

Αγγλικά → Γαλλικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] v. vitaliser, animer

Αγγλικά → Γερμανικά - vitalize

προφορά
Amer.) ] v. beleben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vitalize

προφορά
v. menggairahkan, memberi tenaga, menghidupkan

Αγγλικά → Ιταλικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] v. infondere vita a, rendere vitale; animare, vivificare

Αγγλικά → Πολωνικά - vitalize

προφορά
v. ożywiać, ożywić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] v. vitalizar, dar vida, animar

Αγγλικά → Ρωσικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] г. оживлять, обновлять

Αγγλικά → Ισπανικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] v. vitalizar, vivificar; ser vigorizante, ser vivificante

Αγγλικά → Τουρκικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] f. canlandırmak, hayat vermek, diriltmek, güç vermek

Αγγλικά → Ουκρανικά - vitalize

προφορά
v. оживляти, життєвий: зробити життєвим

Αγγλικά → Ολλανδικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] ww. levend maken, bezielen

Αγγλικά → Αραβικά - vitalize

προφορά
‏بث الحيوية، فعم بالحياة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] (动) 赋予生命, 使有生气, 给予活力

Αγγλικά → Κινεζικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] (動) 賦予生命, 使有生氣, 給予活力

Αγγλικά → Χίντι - vitalize

προφορά
v. फिर ज़िदा करना, फिर जीवित करना, पुनर्जीवित करना, रूह फूंकना, रूह फूंक देना, सजीव करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] (動) 活力を与える; 元気づける

Αγγλικά → Κορεατικά - vitalize

προφορά
[vitalize (Amer.) ] 동. 생명을 주다, 생기를 불어넣다

Αγγλικά → Βιετναμικά - vitalize

προφορά
v. làm có sanh khí, làm sống


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: vitalizing
Present: vitalize (3.person: vitalizes)
Past: vitalized
Future: will vitalize
Present conditional: would vitalize
Present Perfect: have vitalized (3.person: has vitalized)
Past Perfect: had vitalized
Future Perfect: will have vitalized
Past conditional: would have vitalized
© dictionarist.com