Αγγλικά → Ελληνικά - vital

προφορά
επίθ. ζωτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - vital

προφορά
adj. lively, living, animated, vigorous; crucial, critical, necessary
adj. vital, lively, living, full of life, energetic, vigorous
adv. vitally, vigorously, spiritedly

Αγγλικά → Γαλλικά - vital

προφορά
adj. vital, essentiel, capital

Αγγλικά → Γερμανικά - vital

προφορά
adj. kräftig, lebhaft; lebensvoll, wesentlich, entscheidend, hochwichtig, grundlegend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vital

προφορά
a. hayati, hidup: yg berkenaan dgn hidup, penting: sangat penting, diperlukan: yg amat diperlukan, vital, membahayakan, berbahaya, mematikan: yg mematikan, membinasakan: yg membinasakan

Αγγλικά → Ιταλικά - vital

προφορά
agg. vitale, della vita; necessario alla vita; d'importanza vitale, essenziale, fondamentale; (fig) pieno di vitalità, vivo, vivace

Αγγλικά → Πολωνικά - vital

προφορά
a. życiowy, żywotny, witalny, niezbędny, konieczny, istotny, decydujący, podstawowy, kapitalny, zasadniczy, najwyższej wagi, związany z życiem ludzkim

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vital

προφορά
adj. vital, vigoroso

Αγγλικά → Ρουμανικά - vital

προφορά
a. vital, viaţă: de viaţă, fundamental, esenţial, fatal, mortal

Αγγλικά → Ρωσικά - vital

προφορά
прил. жизненный, жизнеутверждающий, жизненно-важный, насущный, существенный; энергичный, полный жизни; гибельный, роковой; жизнеспособный [биол.]

Αγγλικά → Ισπανικά - vital

προφορά
adj. vital, con vida, sustancial, viviente; enérgico

Αγγλικά → Τουρκικά - vital

προφορά
s. yaşamsal, hayati, yaşayan, canlı, hayat dolu, öldürücü

Αγγλικά → Ουκρανικά - vital

προφορά
a. життєвий, вітальний, насущний, необхідний, життєздатний, суттєвий

Γαλλικά → Αγγλικά - vital

προφορά
adj. vital, essential, fundamental, pivotal

Γερμανικά → Αγγλικά - vital

προφορά
adj. lively, living, animated, vigorous; crucial, critical, necessary

Ινδονησιακά → Αγγλικά - vital

a. vital, gut

Πορτογαλικά → Αγγλικά - vital

προφορά
adj. vital

Ρουμανικά → Αγγλικά - vital

a. vital

Ισπανικά → Αγγλικά - vital

προφορά
[vital] adj. life, vital

Αγγλικά → Ολλανδικά - vital

προφορά
bn. energiek, levendig, vitaal

Γαλλικά → Γερμανικά - vital

προφορά
adj. lebenswichtig, lebensnotwendig, vital, elementar, wesentlich

Γαλλικά → Ιταλικά - vital

προφορά
1. (importance) vitale; essenziale
2. (médecine) vitale

Γαλλικά → Πορτογαλικά - vital

προφορά
1. (importance) vital; essencial
2. (médecine) vital

Γαλλικά → Ρωσικά - vital

προφορά
a. жизненный, насущный, существенный

Γαλλικά → Ισπανικά - vital

προφορά
1. (importance) esencial; sumo
2. (médecine) vital

Γαλλικά → Τουρκικά - vital

προφορά
dirimlik, hayati

Γερμανικά → Γαλλικά - vital

προφορά
adj. fringant, plein de vitalité, vital

Γερμανικά → Ιταλικά - vital

προφορά
adj. vitale, essenziale, vitale: di vitale importanza, sveglio

Γερμανικά → Ρωσικά - vital

προφορά
adj. живой, жизнестойкий, жизненно важный

Γερμανικά → Ισπανικά - vital

προφορά
adj. vital

Γερμανικά → Τουρκικά - vital

προφορά
s. hayati, diri, canlı

Πορτογαλικά → Γαλλικά - vital

προφορά
1. (importância) vital
2. (medicina) vital; essentiel à la vie

Ισπανικά → Γαλλικά - vital

προφορά
(medicina) vital; essentiel à la vie

Ισπανικά → Γερμανικά - vital

προφορά
a. lebensnotwendig, lebenswichtig, lebens-, vital, wesentlich

Ισπανικά → Ρωσικά - vital

προφορά
adj. жизненный

Γαλλικά → Ολλανδικά - vital

προφορά
1. (importance) vitaal; essentieel
2. (médecine) vitaal; levens-

Γερμανικά → Ολλανδικά - vital

προφορά
vitaal ,veerkrachtig

Αγγλικά → Αραβικά - vital

προφορά
‏مفعم بالحيوية، حيوي، مفعم بالحيوية والنشاط، قاتل، مدون المعلومات الأساسية، محي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vital

προφορά
(形) 重要的, 充满活力的, 生命的

Αγγλικά → Κινεζικά - vital

προφορά
(形) 重要的, 充滿活力的, 生命的

Αγγλικά → Χίντι - vital

προφορά
a. जीवनीक, जीवन का, जीवन-मरण का, जीवनी का, ज़िंदगी का, ज़रूरी, मार्मिक, अति आवश्यक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vital

προφορά
(形) 生命の; きわめて大切な; 生気に満ちた

Αγγλικά → Κορεατικά - vital

προφορά
형. 생명의, 살아 있는; 극히 중대한, 치명적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - vital

προφορά
a. cần cho sanh mạng, thuộc về sanh hoạt, quan hệ đời sống, có thể chết

Γερμανικά → Κινεζικά - vital

προφορά
adj. adv. 充满活力的。精力旺盛的。生机勃勃的。

Ισπανικά → Κορεατικά - vital

προφορά
adj. 생명의


dictionary extension
© dictionarist.com