Αγγλικά → Ελληνικά - virtually

προφορά
επίρ. κατ' ουσίαν, πρακτικώς

Αγγλικά → Αγγλικά - virtually

προφορά
adv. in essence, in effect, almost, practically, as good as

Αγγλικά → Γαλλικά - virtually

προφορά
adv. virtuellement; de fait

Αγγλικά → Γερμανικά - virtually

προφορά
adv. praktisch, eigentlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - virtually

προφορά
adv. sebenarnya, hakekatnya: pd hakekatnya

Αγγλικά → Ιταλικά - virtually

προφορά
avv. potenzialmente, in potenza

Αγγλικά → Πολωνικά - virtually

προφορά
adv. prawie, faktycznie choć nie formalnie, właściwie, nieledwie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - virtually

προφορά
adv. na prática, verdadeiramente

Αγγλικά → Ρουμανικά - virtually

προφορά
adv. efectiv, realmente, practic, virtual

Αγγλικά → Ρωσικά - virtually

προφορά
нареч. фактически, поистине, в сущности

Αγγλικά → Ισπανικά - virtually

προφορά
adv. prácticamente

Αγγλικά → Τουρκικά - virtually

προφορά
zf. gerçekte, aslında, fiilen

Αγγλικά → Ουκρανικά - virtually

προφορά
adv. фактично

Αγγλικά → Ολλανδικά - virtually

προφορά
bw. feitelijk

Αγγλικά → Αραβικά - virtually

προφορά
‏واقعيا، عمليا، فعليا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - virtually

προφορά
(副) 事实上, 实质上

Αγγλικά → Κινεζικά - virtually

προφορά
(副) 事實上, 實質上

Αγγλικά → Χίντι - virtually

προφορά
adv. असल में, हक़ीक़त में, वास्तव में, दर असल, वस्तुतः

Αγγλικά → Ιαπωνικά - virtually

προφορά
(副) 事実上; ほとんど

Αγγλικά → Κορεατικά - virtually

προφορά
부. 사실상, 실제로

Αγγλικά → Βιετναμικά - virtually

προφορά
adv. tiềm thế, thật ra


dictionary extension
© dictionarist.com