Αγγλικά → Ελληνικά - vigor

προφορά
ουσ. ρώμη, ενεργητικότητα, σθένος, δύναμη, σφρίγος, ακμαιότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - vigor

προφορά
n. physical strength; ability to survive (as of plants and animals); energy, vitality
n. vigor, physical strength; ability to survive (as of plants and animals); energy, vitality
n. energy, force; power, strength; vigor, vitality; virility

Αγγλικά → Γαλλικά - vigor

προφορά
n. vigueur, force physique; puissance; énergie, vitalité, capacité de survie (faune et flore)

Αγγλικά → Γερμανικά - vigor

προφορά
n. Vitalität; Energie; Lebenskraft

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vigor

προφορά
n. kekuatan, tenaga, kegiatan, semangat

Αγγλικά → Ιταλικά - vigor

προφορά
s. vigore, forza, energia

Αγγλικά → Πολωνικά - vigor

προφορά
n. krzepkość, energia, wigor, żywość, zamaszystość, rozmach, siła, rześkość, tężyzna, moc, animusz, czerstwość, nerw

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vigor

προφορά
s. vigor; energia

Αγγλικά → Ρουμανικά - vigor

προφορά
n. energie, forţă, robusteţe, putere, tărie, vitalitate, vigoare, vârtoşie

Αγγλικά → Ρωσικά - vigor

προφορά
с. сила, энергия, законность, действительность

Αγγλικά → Ισπανικά - vigor

προφορά
s. vigor, brío, energía, espíritu, fortaleza, fuerza, ímpetu, lozanía, nervio, reciedumbre, reciura, temple, tono, vigorosidad, vivacidad

Αγγλικά → Τουρκικά - vigor

προφορά
i. güç, kuvvet, dinçlik, enerji, yaşama gücü

Αγγλικά → Ουκρανικά - vigor

προφορά
n. сила, жвавість, рішучість, законність, міць, могутність, моторність, снага

Πορτογαλικά → Αγγλικά - vigor

προφορά
n. energy, force; power, strength; vigor, vitality; virility

Ισπανικά → Αγγλικά - vigor

προφορά
[vigor (m)] n. vigor, physical strength; ability to survive (as of plants and animals); energy, vitality

Αγγλικά → Ολλανδικά - vigor

προφορά
zn. kracht, sterkte

Πορτογαλικά → Γαλλικά - vigor

προφορά
1. (geral) endurance (f); résistance (f) 2. (representação) énergie (f); vigueur (f)
3. (condição física) vigueur (f) 4. (arte) verve (f)
5. (energia) énergie (f); vitalité (f); vigueur (f); ressort (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - vigor

προφορά
1. (estado físico) vigueur (f)
2. (arte) verve (f)
3. (energía) énergie (f); vitalité (f); vigueur (f); ressort (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - vigor

προφορά
n. kraft, tatkraft, leibeskraft, schlagkraft, kraftfülle, kräftigkeit, rüstigkeit, stärke, derbheit, nachdruck, gültigkeit, leben

Ισπανικά → Ρωσικά - vigor

προφορά
n. сила, выразительность

Αγγλικά → Αραβικά - vigor

προφορά
‏حيوية، قوة الشباب، نشاط، قوة، سريان مفعول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vigor

προφορά
(名) 体力; 活力; 精力; 强健, 茁壮

Αγγλικά → Κινεζικά - vigor

προφορά
(名) 體力; 活力; 精力; 強健, 茁壯

Αγγλικά → Χίντι - vigor

προφορά
n. ताक़त, शक्ति, ऊर्जा, ज़ाब्तगी, वैधता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vigor

προφορά
(名) 精力; 生命力(植物や動物の); 力強さ

Αγγλικά → Κορεατικά - vigor

προφορά
명. 정력, 활기, 힘; 생존력( 식물과 동물의); 기운, 활기

Αγγλικά → Βιετναμικά - vigor

προφορά
n. sức mạnh, khí lực, nghị lực, khí phách

Ισπανικά → Κορεατικά - vigor

προφορά
n. 정력, 활기, 힘성


dictionary extension
© dictionarist.com