Αγγλικά → Ελληνικά - vexatious

προφορά
επίθ. ενοχλητικός, ερεθιστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - vexatious

προφορά
adj. annoying, irritating; puzzling, causing concern and confusion

Αγγλικά → Γαλλικά - vexatious

προφορά
adj. vexateur; vexatoire; gênant, irritant; agaçant, énervant, qui cause la confusion

Αγγλικά → Γερμανικά - vexatious

προφορά
adj. lästig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - vexatious

προφορά
a. menjengkelkan: yg menjengkelkan, mengesalkan: yg mengesalkan, menyusahkan: yg menyusahkan

Αγγλικά → Ιταλικά - vexatious

προφορά
agg. fastidioso, molesto, irritante, seccante; inquieto, agitato, turbolento; (Dir) vessatorio

Αγγλικά → Πολωνικά - vexatious

προφορά
a. dokuczliwy, utrapiony, irytujący, denerwujący, przykry

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vexatious

προφορά
adj. vexante, atormentador

Αγγλικά → Ρουμανικά - vexatious

προφορά
a. supărător, iritant, enervant, ofensator, atingător

Αγγλικά → Ρωσικά - vexatious

προφορά
прил. досадный, беспокойный, обременительный, стеснительный, сопряженный с неприятностями, неудобный, крючкотворный, сутяжнический

Αγγλικά → Ισπανικά - vexatious

προφορά
adj. molesto, anodino, fastidioso, latoso, penoso, vejatorio

Αγγλικά → Τουρκικά - vexatious

προφορά
s. can sıkıcı, üzücü, eziyetli, gücendirici

Αγγλικά → Ουκρανικά - vexatious

προφορά
a. прикрий, неспокійний

Αγγλικά → Ολλανδικά - vexatious

προφορά
bn. ergerlijk; vervelend

Αγγλικά → Αραβικά - vexatious

προφορά
‏مزعج، مضايق، مغيظ، كيدي، مقصود به الإغاظة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - vexatious

προφορά
(形) 伤脑筋的

Αγγλικά → Κινεζικά - vexatious

προφορά
(形) 傷腦筋的

Αγγλικά → Χίντι - vexatious

προφορά
a. अफ़सोसनाक, दुःखप्रद

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vexatious

προφορά
(形) いまいましい; やっかいな, 苛々する

Αγγλικά → Κορεατικά - vexatious

προφορά
형. 성가신, 남을 곯리려고 걸핏하면 소송을 일으키는

Αγγλικά → Βιετναμικά - vexatious

προφορά
a. bất mản, bực mình, khó chịu, buồn phiền, phật ý, tức giận


© dictionarist.com