Αγγλικά → Ελληνικά - venturesome

προφορά
επίθ. παράτολμος, ριψοκίνδυνος

Αγγλικά → Αγγλικά - venturesome

προφορά
adj. open to taking risks; willing to experience new things; risky, dangerous

Αγγλικά → Γαλλικά - venturesome

προφορά
adj. dangereux; aventureux

Αγγλικά → Γερμανικά - venturesome

προφορά
adj. kühn, verwegen, riskant

Αγγλικά → Ινδονησιακά - venturesome

προφορά
a. berani, berpetualang: yg suka berpetualang

Αγγλικά → Ιταλικά - venturesome

προφορά
agg. avventuroso, audace, ardito; arrischiato

Αγγλικά → Πολωνικά - venturesome

προφορά
a. śmiały, hazardowy, bojowy, przedsiębiorczy, awanturniczy, ryzykowny, ryzykancki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - venturesome

προφορά
adj. arriscado, perigoso, venturoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - venturesome

προφορά
a. aventuros, îndrăzneţ, temerar, periculos, riscat, riscant, nesocotit

Αγγλικά → Ρωσικά - venturesome

προφορά
прил. безрассудно храбрый, азартный, идущий на риск, рискованный, опасный, смелый

Αγγλικά → Ισπανικά - venturesome

προφορά
adj. aventurero, arriesgado, atrevido, aventurado, que se expone mucho

Αγγλικά → Τουρκικά - venturesome

προφορά
s. atılgan, maceraperest, cesur, gözüpek, riskli, tehlikeli

Αγγλικά → Ουκρανικά - venturesome

προφορά
a. сміливий, ризикований, авантюрний

Αγγλικά → Ολλανδικά - venturesome

προφορά
bn. avontuurlijk, stoutmoedig

Αγγλικά → Αραβικά - venturesome

προφορά
‏مقدام، مغامر، منطو على مغامرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - venturesome

προφορά
(形) 冒险的, 不顾一切的, 冒危险的

Αγγλικά → Κινεζικά - venturesome

προφορά
(形) 冒險的, 不顧一切的, 冒危險的

Αγγλικά → Χίντι - venturesome

προφορά
a. दिलेर, हिम्मती, साहसी, निर्भीक, बहादुराना, जोशीला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - venturesome

προφορά
(形) 冒険好きな; 大胆な, 新しいことをしてみたいと思う; 危険な

Αγγλικά → Κορεατικά - venturesome

προφορά
형. 모험을 좋아하는, 위험이 따르는

Αγγλικά → Βιετναμικά - venturesome

προφορά
a. người mạo hiểm, người gan dạ, hành động liều lỉnh


dictionary extension
© dictionarist.com