Ισπανικά → Αγγλικά - vehemente

προφορά
[vehemente] adj. vehement, fervent, impassioned; intense, strong

Ισπανικά → Γαλλικά - vehemente

προφορά
1. (comportamiento emocional) ardent; enthousiaste; zélé; fougueux; fervent; avide; dévoue; passionné
2. (comportamiento) véhément

Ισπανικά → Γερμανικά - vehemente

προφορά
a. heftig, ungestüm, vehement, leidenschaftlich, temperamentvoll, heißblütig, kraftvoll, feurig, hitzig, sehnlich

Ισπανικά → Ρωσικά - vehemente

προφορά
adj. опрометчивый, пылкий, ярый

Ισπανικά → Κορεατικά - vehemente

προφορά
adj. 격렬한, 열렬한, 열망하는


© dictionarist.com