Αγγλικά → Ελληνικά - vectorial

προφορά
(Lex). επίθ. μαθ. ανυσματικός, διανυσματικός

Αγγλικά → Αγγλικά - vectorial

προφορά
adj. of or related to a vector (straight segment with length and direction, mathematical expression denoting size and direction)
adj. vectorial, of or related to a vector (straight segment with length and direction, mathematical expression denoting size and direction)

Αγγλικά → Γαλλικά - vectorial

προφορά
adj. vectoriel (relatif à un segment de droite augmenté qui distingue une origine et une extrémité)

Αγγλικά → Γερμανικά - vectorial

προφορά
adj. Vektor (physikal. od. math. Größe, die durch ein Pfeil dargestellt wird u. durch Angriffspunkt, Richtung und Betrag festgelegt ist)

Αγγλικά → Ιταλικά - vectorial

προφορά
agg. (Mat, Fis) vettoriale

Αγγλικά → Πορτογαλικά - vectorial

προφορά
adj. vetorial, de vetor (linha reta que possue comprimento e direção, expressão matemática que indica tamanho e direção)

Αγγλικά → Ρουμανικά - vectorial

προφορά
a. vectorial

Αγγλικά → Ρωσικά - vectorial

προφορά
векториальный; векторный

Αγγλικά → Ισπανικά - vectorial

προφορά
adj. vectorial

Αγγλικά → Τουρκικά - vectorial

προφορά
vektörel, vektör veya vektörlere ait, yöneysel, vektöryel, vektoryal

Ρουμανικά → Αγγλικά - vectorial

a. vectorial

Ισπανικά → Αγγλικά - vectorial

προφορά
[vectorial] adj. vectorial, of or related to a vector (straight segment with length and direction, mathematical expression denoting size and direction)

Αγγλικά → Ολλανδικά - vectorial

προφορά
bn. van vector (recht stuk met lengte en richting)

Ισπανικά → Γερμανικά - vectorial

προφορά
a. vektoriell, vektorial

Αγγλικά → Ιαπωνικά - vectorial

προφορά
(形) ベクトルの(方向を指し示す直線, 数学的に大きさとサイズを表すもの)


dictionary extension
© dictionarist.com