Πορτογαλικά → Αγγλικά - valioso

προφορά
adj. valuable, costly; valued

Ισπανικά → Αγγλικά - valioso

προφορά
adj. rewarding; valuable

Πορτογαλικά → Γαλλικά - valioso

προφορά
1. (importância) précieux; inestimable
2. (dinheiro) de valeur; de grand prix

Ισπανικά → Γαλλικά - valioso

προφορά
1. (importancia) précieux; inestimable
2. (dinero) de valeur; de grand prix

Ισπανικά → Γερμανικά - valioso

προφορά
a. wertvoll, gehaltvoll, gehaltreich, kostbar, teuer, tüchtig, tatkräftig

Ισπανικά → Ρωσικά - valioso

προφορά
adj. ценный

Ισπανικά → Κορεατικά - valioso

προφορά
adj. 금전적 가치가 있는


dictionary extension
© dictionarist.com