Ιταλικά → Αγγλικά - usura

προφορά
n. usury, lending of money at exorbitant interest rates

Πορτογαλικά → Αγγλικά - usura

προφορά
(f) n. miserliness; gombeen, usury

Ρουμανικά → Αγγλικά - usura

v. ease, facilitate, relieve, lighten, alleviate, relax, speed, palliate, soothe, disburden, calm, pacify, solace, appease, respite

Ισπανικά → Αγγλικά - usura

προφορά
n. usury

Ιταλικά → Γαλλικά - usura

προφορά
1. (finanze) usure (f)
2. (materia) usure (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - usura

προφορά
n. abnutzung, wucherei, wucher, verschleiß, verbrauch, wuchergeschäft

Πορτογαλικά → Γαλλικά - usura

προφορά
(finanças) usure (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - usura

προφορά
(finanzas) usure (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - usura

προφορά
n. wucher, halsabschneiderei


dictionary extension
© dictionarist.com