Ιταλικά → Αγγλικά - usuario

προφορά
n. user, utilizer

Ισπανικά → Αγγλικά - usuario

προφορά
[usuario (m)] n. reader; user, one who uses; one who uses a computer system

Ισπανικά → Γαλλικά - usuario

προφορά
1. (comercio - hombre) utilisateur ultime
2. (hombre) usager (m); utilisateur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - usuario

προφορά
n. benutzer, benützer

Ισπανικά → Ρωσικά - usuario

προφορά
n. пользователь

Ισπανικά → Κορεατικά - usuario

προφορά
n. 사용자


© dictionarist.com