Αγγλικά → Ελληνικά - usual

προφορά
ουσ. συνήθης
επίθ. συνηθισμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - usual

προφορά
adj. common, regular, ordinary
adj. general; habitual, usual
adj. ordinary, regular

Αγγλικά → Γαλλικά - usual

προφορά
adj. habituel, usuel

Αγγλικά → Γερμανικά - usual

προφορά
adj. normal

Αγγλικά → Ινδονησιακά - usual

προφορά
n. biasa: sesuatu yg biasa
a. biasa, lazim

Αγγλικά → Ιταλικά - usual

προφορά
agg. solito, usuale, consueto, abituale; ordinario

Αγγλικά → Πολωνικά - usual

προφορά
a. zwykły, zwyczajny, utarty, typowy dla kogoś, czegoś, normalny, powszechny, nagminny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - usual

προφορά
adj. comum, usual, aceito

Αγγλικά → Ρουμανικά - usual

προφορά
a. comun, curent, obişnuit, familiar, ordinar, uzual, uz: de uz curent, îndătinat, uzitat

Αγγλικά → Ρωσικά - usual

προφορά
прил. обыкновенный, обычный, всегдашний

Αγγλικά → Ισπανικά - usual

προφορά
adj. usual, acostumbrado, común, convencional, corriente, habitual, ordinario; frecuente

Αγγλικά → Τουρκικά - usual

προφορά
s. her günkü, olağan, alışılmış, herzamanki, klasik

Αγγλικά → Ουκρανικά - usual

προφορά
a. звичайний, звиклий, меженний

Πορτογαλικά → Αγγλικά - usual

προφορά
adj. ordinary, regular

Ισπανικά → Αγγλικά - usual

προφορά
adj. general; habitual, usual

Αγγλικά → Ολλανδικά - usual

προφορά
bn. normaal

Πορτογαλικά → Γαλλικά - usual

προφορά
1. (resposta) standard; courant
2. (hábito) habituel; coutumier
3. (evento) ordinaire; commun; usuel; habituel

Ισπανικά → Γαλλικά - usual

προφορά
1. (general) ordinaire
2. (hábito) habituel; coutumier

Ισπανικά → Γερμανικά - usual

προφορά
a. gebräuchlich, üblich, geläufig, herkömmlich, hergebracht

Ισπανικά → Ρωσικά - usual

προφορά
adj. обычный

Αγγλικά → Αραβικά - usual

προφορά
‏مألوف، معتاد، إعتيادي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - usual

προφορά
(形) 平常的, 惯例的, 通常的

Αγγλικά → Κινεζικά - usual

προφορά
(形) 平常的, 慣例的, 通常的

Αγγλικά → Χίντι - usual

προφορά
a. सामान्य, व्यावहारिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - usual

προφορά
(形) いつもの, 日常の, 普通の

Αγγλικά → Κορεατικά - usual

προφορά
형. 보통의, 평범한

Αγγλικά → Βιετναμικά - usual

προφορά
a. thường dùng, quen dùng

Ισπανικά → Κορεατικά - usual

προφορά
adj. 일반의, 보통의


dictionary extension
© dictionarist.com