Αγγλικά → Ελληνικά - uphold

προφορά
ρήμ. στηρίζω, υποστηρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - uphold

προφορά
v. support, sustain; endorse, champion

Αγγλικά → Γαλλικά - uphold

προφορά
v. soutenir, maintenir; confirmer

Αγγλικά → Γερμανικά - uphold

προφορά
v. unterstützen, erhalten; bestätigen, anerkennen, aufrecht (er)halten, hochhalten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - uphold

προφορά
v. menegakkan, membenarkan, menguatkan, menjunjung tinggi, memperkalang

Αγγλικά → Ιταλικά - uphold

προφορά
v. sostenere, sorreggere; appoggiare; accogliere

Αγγλικά → Πολωνικά - uphold

προφορά
v. podtrzymywać, moc: utrzymać w mocy, popierać, podtrzymać, poprzeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - uphold

προφορά
v. sustentar, patrocinar; confirmar, ver positivamente

Αγγλικά → Ρουμανικά - uphold

προφορά
v. aproba, încuraja, sprijini, susţine

Αγγλικά → Ρωσικά - uphold

προφορά
г. поддерживать, поощрять, придерживаться, защищать

Αγγλικά → Ισπανικά - uphold

προφορά
v. mantener, apoyar, dar firmeza a, dar soporte a, respaldar, sostener; defender, abanderar, abrigar, propugnar

Αγγλικά → Τουρκικά - uphold

προφορά
f. kaldırmak, tutmak, desteklemek, onaylamak, uygun bulmak, sürdürmek [brit.], devam ettirmek [brit.]

Αγγλικά → Ουκρανικά - uphold

προφορά
v. підтримувати, підтверджувати, піднімати, захищати

Αγγλικά → Ολλανδικά - uphold

προφορά
ww. ondersteunen, behouden, toestemmen, verkiezen

Αγγλικά → Αραβικά - uphold

προφορά
‏دعم، أيد، رفع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - uphold

προφορά
(动) 支撑, 鼓励, 赞成

Αγγλικά → Κινεζικά - uphold

προφορά
(動) 支撐, 鼓勵, 贊成

Αγγλικά → Χίντι - uphold

προφορά
v. उठाना, समर्थन करना, बचाना, कायम रखना, संभालना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - uphold

προφορά
(動) 支える, 心の支えとなる, 支持する, 維持する; 擁護する

Αγγλικά → Κορεατικά - uphold

προφορά
동. 유지하다, 지지하다; 보증하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - uphold

προφορά
v. duy trì, khuyến khích, nâng đở


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: upholding
Present: uphold (3.person: upholds)
Past: upheld
Future: will uphold
Present conditional: would uphold
Present Perfect: have upheld (3.person: has upheld)
Past Perfect: had upheld
Future Perfect: will have upheld
Past conditional: would have upheld
© dictionarist.com