Αγγλικά → Ελληνικά - untimely

προφορά
επίθ. πρόωρος

Αγγλικά → Αγγλικά - untimely

προφορά
adj. premature; ill-timed, inopportune; unseasonable

Αγγλικά → Γαλλικά - untimely

προφορά
adj. prématuré; avant l'âge; mal à propos

Αγγλικά → Γερμανικά - untimely

προφορά
adj. nicht gelegen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - untimely

προφορά
a. cepat: terlalu cepat, sebelum waktunya

Αγγλικά → Ιταλικά - untimely

προφορά
agg. intempestivo, inopportuno; prematuro

Αγγλικά → Πολωνικά - untimely

προφορά
a. przedwczesny, wczesny, występujący nie w porę
adv. przedwcześnie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - untimely

προφορά
adj. fora de hora

Αγγλικά → Ρουμανικά - untimely

προφορά
a. inactual, inoportun, vreme: înainte de vreme, timpuriu, nepotrivit, prematur, pretimpuriu, loc: nu la locul lui
adv. timpuriu: prea timpuriu, devreme, pretimpuriu

Αγγλικά → Ρωσικά - untimely

προφορά
прил. преждевременный, безвременный, несвоевременный, неуместный

Αγγλικά → Ισπανικά - untimely

προφορά
adj. prematuro, extemporáneo, inoportuno, intempestivo

Αγγλικά → Τουρκικά - untimely

προφορά
s. zamansız, vakitsiz, yersiz, münasebetsiz, vaktinden önce olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - untimely

προφορά
a. передчасний, несвоєчасний, нечасний
adv. передчасно, несвоєчасно, невгаразд, невчас

Αγγλικά → Ολλανδικά - untimely

προφορά
bn. voortijdig, niet op tijd

Αγγλικά → Αραβικά - untimely

προφορά
‏غير ملائم، في غير محله‏
‏قبل الأوان، في غير أوانه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - untimely

προφορά
(形) 不到时候的, 不合时宜的, 不适时的

Αγγλικά → Κινεζικά - untimely

προφορά
(形) 不到時候的, 不合時宜的, 不適時的

Αγγλικά → Χίντι - untimely

προφορά
a. बेवक़्त, असामयिक, कुसमय, देर में आनेवाला
adv. देर में

Αγγλικά → Ιαπωνικά - untimely

προφορά
(形) 早すぎる; 未熟な; 時機を誤った; 時期外れの

Αγγλικά → Κορεατικά - untimely

προφορά
형. 때 아닌, 시기 상조의; 시기가 나쁜; 철 아닌

Αγγλικά → Βιετναμικά - untimely

προφορά
a. chín sớm, chưa tới mùa, không hợp thời


dictionary extension
© dictionarist.com