Αγγλικά → Ελληνικά - untenable

προφορά
επίθ. αστήρικτος, ανυποστήριχτος

Αγγλικά → Αγγλικά - untenable

προφορά
adj. undefendable; not able to be lived in, uninhabitable

Αγγλικά → Γαλλικά - untenable

προφορά
adj. insoutenable; intenable; distendu

Αγγλικά → Γερμανικά - untenable

προφορά
adj. unhaltbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - untenable

προφορά
a. dipertahankan: yg tak dpt dipertahankan

Αγγλικά → Ιταλικά - untenable

προφορά
agg. insostenibile, che non si può sostenere; (Mil) indifendibile

Αγγλικά → Πορτογαλικά - untenable

προφορά
adj. que não se pode proteger, o qual não se pode defender; frouxo, solto

Αγγλικά → Ρωσικά - untenable

προφορά
прил. непригодный для жилья; непригодный для обороны; несостоятельный, недоказуемый

Αγγλικά → Ισπανικά - untenable

προφορά
adj. inaceptable, inadmisible, insostenible

Αγγλικά → Τουρκικά - untenable

προφορά
s. savunulmaz

Αγγλικά → Ουκρανικά - untenable

προφορά
a. нежитловий, неспроможний, невидержимий

Αγγλικά → Ολλανδικά - untenable

προφορά
bn. kan niet beschermd worden; onvast

Αγγλικά → Κινεζικά - untenable

προφορά
(形) 防守不住的, 不能维持的, 站不住脚的

Αγγλικά → Κινεζικά - untenable

προφορά
(形) 防守不住的, 不能維持的, 站不住腳的

Αγγλικά → Χίντι - untenable

προφορά
a. अस्थिर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - untenable

προφορά
(形) 持ちこたえられない; 住めない

Αγγλικά → Κορεατικά - untenable

προφορά
형. 지킬 수 없는, 지지할 수 없는, 주장할 수 없는, 보유할 수 없는, 점거할 수 없는, 사용할 수 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - untenable

προφορά
a. không thể giữ, không thể bảo vệ


© dictionarist.com