Αγγλικά → Ελληνικά - unsound

προφορά
επίθ. επισφαλής, νοσηρός, σαθρός

Αγγλικά → Αγγλικά - unsound

προφορά
adj. unhealthy, weak, infirm; faulty, flawed; shaky, unstable

Αγγλικά → Γαλλικά - unsound

προφορά
adj. défectueux, malsain

Αγγλικά → Γερμανικά - unsound

προφορά
adj. unzuverlässig; nicht gesund; baufällig; morsch, brüchig; verdorben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unsound

προφορά
a. waras: tdk waras, kukuh: tak kukuh, nyenyak: tak nyenyak, sehat: kurang sehat

Αγγλικά → Ιταλικά - unsound

προφορά
agg. non in buona salute, non sano, malsano, malato; malato di mente; corrotto, pervertito, vizioso; che non regge, non valido, non ben fondato, poco solido; non solido, instabile; agitato; malfermo

Αγγλικά → Πολωνικά - unsound

προφορά
a. niezdrowy, słaby, niepewny, wadliwy, nietrzeźwy, błędny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unsound

προφορά
adj. enfermo, doente

Αγγλικά → Ρωσικά - unsound

προφορά
прил. нездоровый, болезненный, испорченный, гнилой, неглубокий, необоснованный

Αγγλικά → Ισπανικά - unsound

προφορά
adj. defectuoso, imperfecto; enfermizo, falto de salud, poco saludable; infundado

Αγγλικά → Τουρκικά - unsound

προφορά
s. sağlıksız, hasta, bozuk, çürük, hatalı, güvenilmez, geçersiz, hafif (tartışma)

Αγγλικά → Ουκρανικά - unsound

προφορά
a. нездоровий, ненормальний, зіпсований

Αγγλικά → Ολλανδικά - unsound

προφορά
bn. ongezond

Αγγλικά → Αραβικά - unsound

προφορά
‏فاسد، مريض، فاسد أخلاقيا، غير ثابت، غير صحيح، غير سليم، غير صالح للأكل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unsound

προφορά
(形) 不健全的, 不稳固的, 谬误的

Αγγλικά → Κινεζικά - unsound

προφορά
(形) 不健全的, 不穩固的, 謬誤的

Αγγλικά → Χίντι - unsound

προφορά
a. बीमार, रोगी, अस्वस्थ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unsound

προφορά
(形) 健康でない; 不安定な; 根拠に乏しい

Αγγλικά → Κορεατικά - unsound

προφορά
형. 건강하지 않은, 약한; 흠이 있는; 흔들리는, 안정적이지 않은

Αγγλικά → Βιετναμικά - unsound

προφορά
a. không được mạnh giỏi, không được khỏe mạnh, hay đau ốm, bị mọt ăn, trái cây hư, không vững chắc


© dictionarist.com