Αγγλικά → Αγγλικά - unsharpened

προφορά
adj. not sharpened

Αγγλικά → Γαλλικά - unsharpened

προφορά
adj. non-aiguisé, non-affûté

Αγγλικά → Γερμανικά - unsharpened

προφορά
adj. nicht gespitzt, ungeschliffen

Αγγλικά → Ιταλικά - unsharpened

προφορά
agg. non affilato, non appuntito

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unsharpened

προφορά
adj. não apontado, não afiado

Αγγλικά → Ισπανικά - unsharpened

προφορά
adj. Inafilado; no aguzado

Αγγλικά → Ολλανδικά - unsharpened

προφορά
bn. ongeslepen

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unsharpened

προφορά
(形) 尖らせてない


© dictionarist.com