Αγγλικά → Αγγλικά - unrelieved

προφορά
Adjective

Αγγλικά → Γαλλικά - unrelieved

προφορά
unrelieved [HnrN'li:vd] adj

Αγγλικά → Γερμανικά - unrelieved

προφορά
adj. ungehindert, ungemindert, unverändert, gleich bleibend, einheitlich, nichts : durch nichts aufgelockert, eintönig, einförmig, tödlich, monoton

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unrelieved

προφορά
a. berkurang-kurangan: tak berkurang-kurangan, henti-hentinya: tak henti-hentinya

Αγγλικά → Ιταλικά - unrelieved

προφορά
agg. non assistito, non aiutato, non soccorso; non alleviato; invariato, monotono, sempre uguale, uniforme

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unrelieved

προφορά
adj. abandonado, desamparado, não substituído, socorro: sem socorro

Αγγλικά → Ρωσικά - unrelieved

προφορά
прил. не освобожденный, не получающий помощи, не получающий облегчения, необлегченный, монотонный, несмененный

Αγγλικά → Ισπανικά - unrelieved

προφορά
adj. no aliviado

Αγγλικά → Τουρκικά - unrelieved

προφορά
s. hafiflememiş

Αγγλικά → Ολλανδικά - unrelieved

προφορά
bn. verlicht : niet verlicht

Αγγλικά → Κινεζικά - unrelieved

προφορά
(形) 未被减轻的, 无变化的, 未受救济的

Αγγλικά → Κινεζικά - unrelieved

προφορά
(形) 未被減輕的, 無變化的, 未受救濟的

Αγγλικά → Χίντι - unrelieved

προφορά
a. लगातार, निरंतर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unrelieved

προφορά
(形) 単調な; まったくの; 和らげられない

Αγγλικά → Κορεατικά - unrelieved

προφορά
형. 누그러지지 않은, 요철 없는, 명암 없는, 변화 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - unrelieved

προφορά
a. không giúp đở, không viện trợ, không giảm bớt, không dịu bớt


dictionary extension
© dictionarist.com