Αγγλικά → Ελληνικά - unnatural

προφορά
επίθ. αφύσικος

Αγγλικά → Αγγλικά - unnatural

προφορά
adj. not natural, abnormal, aberrant; artificial, insincere; cruel

Αγγλικά → Γαλλικά - unnatural

προφορά
adj. anormal; peu naturel; artificiel

Αγγλικά → Γερμανικά - unnatural

προφορά
adj. unnatürlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unnatural

προφορά
a. wajar: tdk wajar

Αγγλικά → Ιταλικά - unnatural

προφορά
agg. innaturale, non insito nella natura; affettato, ricercato, artificioso; anormale; snaturato, inumano, disumano, mostruoso; soprannaturale

Αγγλικά → Πολωνικά - unnatural

προφορά
a. nienaturalny, sztuczny, nienormalny, anormalny, wyrodny, nieszczery

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unnatural

προφορά
adj. não natural

Αγγλικά → Ρουμανικά - unnatural

προφορά
a. nefiresc, nenatural, fals, factice, silit, sucit, denaturat, inuman, monstruos

Αγγλικά → Ρωσικά - unnatural

προφορά
прил. неестественный, противоестественный, бессердечный, чудовищный, необычный, странный

Αγγλικά → Ισπανικά - unnatural

προφορά
adj. antinatural, anormal, contra natura, falaz, fingido, no natural, poco sincero, preternatural; afectado

Αγγλικά → Τουρκικά - unnatural

προφορά
s. doğal olmayan, yapay, yapmacık, anormal, doğaya aykırı, insanlık dışı, sapık

Αγγλικά → Ουκρανικά - unnatural

προφορά
a. протиприродний, страхітливий, безсердечний, неприродний

Αγγλικά → Ολλανδικά - unnatural

προφορά
bn. onnatuurlijk

Αγγλικά → Αραβικά - unnatural

προφορά
‏متصنع، متكلف، غير طبيعي، غير سوي، غريب، غير شرعي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unnatural

προφορά
(形) 不自然的, 不近人情的, 反常的

Αγγλικά → Κινεζικά - unnatural

προφορά
(形) 不自然的, 不近人情的, 反常的

Αγγλικά → Χίντι - unnatural

προφορά
a. बनावटी, अस्वाभाविक, कृत्रिम

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unnatural

προφορά
(形) 不自然な; わざとらしい; 人道に反する

Αγγλικά → Κορεατικά - unnatural

προφορά
형. 부자연스러운, 비정상적인; 인공적인, 억지의; 잔인무도한

Αγγλικά → Βιετναμικά - unnatural

προφορά
a. không tự nhiên, khác thường, dị thường


© dictionarist.com