Αγγλικά → Ελληνικά - unit

προφορά
ουσ. μονάδα, μονάς

Αγγλικά → Αγγλικά - unit

προφορά
n. specific quantity regarded as a standard; combination which acts a whole; piece; furniture; device, apparatus
v. unite, bring together, consolidate; pool, join, combine
n. unit

Αγγλικά → Γαλλικά - unit

προφορά
n. unité; élément; meuble; dispositif

Αγγλικά → Γερμανικά - unit

προφορά
n. Einheit; Möbelstück

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unit

προφορά
n. satuan, rombongan, kesatuan

Αγγλικά → Ιταλικά - unit

προφορά
s. unità; elemento; gruppo; rapporto; (Tel) scatto

Αγγλικά → Πολωνικά - unit

προφορά
n. jednostka, element, część, organizm, jedność, sekcja, agregat, zespół, dywizjon, formacja, kolumna, zastęp

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unit

προφορά
s. unidade; mecanismo; mobília

Αγγλικά → Ρουμανικά - unit

προφορά
n. unitate, întreg, unitate de măsură, bloc, centru, element, factor

Αγγλικά → Ρωσικά - unit

προφορά
с. единица, целое, единица измерения, количество часов классной работы, соединение, часть, сборная часть, подразделение, агрегат, элемент, секция, блок, узел, составная деталь

Αγγλικά → Ισπανικά - unit

προφορά
s. unidad, cabeza; parte; aparato

Αγγλικά → Τουρκικά - unit

προφορά
i. ünite, birim, öğe, birlik, bütünlük

Αγγλικά → Ουκρανικά - unit

προφορά
n. одиниця, підрозділ, орган, частина
v. гуртувати

Ρουμανικά → Αγγλικά - unit

a. united, joint, connected, conjunct, conjugate, conjoint, associate
adv. conjunctively

Ολλανδικά → Αγγλικά - unit

προφορά
n. unit

Αγγλικά → Ολλανδικά - unit

προφορά
zn. eenheid; afdeling; meubelstuk

Αγγλικά → Αραβικά - unit

προφορά
‏وحدة، مجموعة متكاملة، واحد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unit

προφορά
(名) 单位, 最小整数, 部队

Αγγλικά → Κινεζικά - unit

προφορά
(名) 單位, 最小整數, 部隊

Αγγλικά → Χίντι - unit

προφορά
n. एक व्यक्ति, इकाई, एकांग, पृथक भाग, तौल का स्थिर परिमाण, नाप का स्थिर परिमाण, मात्रक, श्रेणी, श्रेणि
a. एक व्यक्ति का, इकाई का, एकांग का, पृथक भाग का, तौल का स्थिर परिमाण का, नाप का स्थिर परिमाण का, मात्रक का, श्रेणी का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unit

προφορά
(名) 構成単位; 部隊; ひとそろい; 器具

Αγγλικά → Κορεατικά - unit

προφορά
명. 표준단위; 부대, 일군; 한개; 가구; 장치

Αγγλικά → Βιετναμικά - unit

προφορά
n. một, một cái, đơn vị, khối


dictionary extension
© dictionarist.com