Αγγλικά → Ελληνικά - uninteresting

προφορά
επίθ. ανιαρός, μη ενδιαφέρων, πληκτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - uninteresting

προφορά
adj. boring, not arousing interest, dull

Αγγλικά → Γαλλικά - uninteresting

προφορά
adj. inintéressant; sans intérêt

Αγγλικά → Γερμανικά - uninteresting

προφορά
adj. uninteressant

Αγγλικά → Ινδονησιακά - uninteresting

προφορά
a. menarik: tdk menarik, sepa

Αγγλικά → Ιταλικά - uninteresting

προφορά
agg. non interessante, privo d'interesse

Αγγλικά → Πολωνικά - uninteresting

προφορά
a. nieinteresujący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - uninteresting

προφορά
adj. não interessante

Αγγλικά → Ρωσικά - uninteresting

προφορά
неинтересный; нудный; скучный

Αγγλικά → Ισπανικά - uninteresting

προφορά
adj. poco interesante, aburrido, anodino, tedioso

Αγγλικά → Τουρκικά - uninteresting

προφορά
s. ilginç olmayan, ilgi çekmeyen

Αγγλικά → Ουκρανικά - uninteresting

προφορά
a. нецікавий

Αγγλικά → Ολλανδικά - uninteresting

προφορά
bn. niet interessant, oninteressant

Αγγλικά → Αραβικά - uninteresting

προφορά
‏غير مغري، ممل، ثقيل، مضجر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - uninteresting

προφορά
(形) 无兴趣的, 无聊的, 无趣味的

Αγγλικά → Κινεζικά - uninteresting

προφορά
(形) 無興趣的, 無聊的, 無趣味的

Αγγλικά → Χίντι - uninteresting

προφορά
a. ग़ैरदिलचस्प, अरोचक, रसहीन, शुष्क, तंग करनेवाला, थकानेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - uninteresting

προφορά
(形) おもしろくない

Αγγλικά → Κορεατικά - uninteresting

προφορά
형. 재미없는, 시시한, 지루한


© dictionarist.com