Αγγλικά → Ελληνικά - unfounded

προφορά
επίθ. αβάσιμος, αθεμέλιωτος

Αγγλικά → Αγγλικά - unfounded

προφορά
adj. not having a foundation, baseless, groundless, unproven; not yet established

Αγγλικά → Γαλλικά - unfounded

προφορά
adj. sans fondement

Αγγλικά → Γερμανικά - unfounded

προφορά
adj. grundlos

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unfounded

προφορά
a. berdasar: yg tak berdasar

Αγγλικά → Ιταλικά - unfounded

προφορά
agg. infondato, senza base, che non ha fondamento

Αγγλικά → Πολωνικά - unfounded

προφορά
a. nieuzasadniony, bezpodstawny, bezzasadny, bezprzyczynowy, gołosłowny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unfounded

προφορά
adj. sem fundamento

Αγγλικά → Ρουμανικά - unfounded

προφορά
a. deşert, gratuit, neîntemeiat, nemotivat

Αγγλικά → Ρωσικά - unfounded

προφορά
прил. неосновательный, необоснованный, бездоказательный

Αγγλικά → Ισπανικά - unfounded

προφορά
adj. infundado, infundamentado, no comprobado, no fundamentado, sin base, sin fundamento; acientífico

Αγγλικά → Τουρκικά - unfounded

προφορά
s. asılsız, boş

Αγγλικά → Ουκρανικά - unfounded

προφορά
a. необгрунтований, голослівний

Αγγλικά → Ολλανδικά - unfounded

προφορά
bn. niet gebaseerd

Αγγλικά → Αραβικά - unfounded

προφορά
‏رأي خاطئ‏
‏لا أساس له من الصحة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unfounded

προφορά
(形) 没有理由的; 无稽的

Αγγλικά → Κινεζικά - unfounded

προφορά
(形) 沒有理由的; 無稽的

Αγγλικά → Χίντι - unfounded

προφορά
a. बेबुनियाद, निराधार, विमूल, निमूर्ल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unfounded

προφορά
(形) 根拠のない

Αγγλικά → Κορεατικά - unfounded

προφορά
형. 근거 없는, 사실에 근거를 두지 않은; 아직 설립되지 않은

Αγγλικά → Βιετναμικά - unfounded

προφορά
a. vô căn cứ, không chắc chắn


dictionary extension
© dictionarist.com