Αγγλικά → Ελληνικά - unfit

προφορά
επίθ. ακατάλληλος, ανίκανος

Αγγλικά → Αγγλικά - unfit

προφορά
v. make unfit, disqualify
adj. incompetent, unsuitable; not in good physical shape

Αγγλικά → Γαλλικά - unfit

προφορά
v. rendre impropre, rendre inapte
adj. impropre

Αγγλικά → Γερμανικά - unfit

προφορά
v. ungeeignet
adj. ungeeignet, unpassend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unfit

προφορά
a. layak: tak layak, cakap: tdk cakap

Αγγλικά → Ιταλικά - unfit

προφορά
v. in modo inadatto; in modo non qualificato; non in buona salute
agg. inadatto, non adatto, non idoneo, inidoneo; non in buona salute, malandato; non qualificato, incompetente

Αγγλικά → Πολωνικά - unfit

προφορά
a. niestosowny, niezdatny, niezdolny, niedysponowany, nieodpowiedni, niepowołany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unfit

προφορά
v. tornar inadequado, tornar inapropriado
adj. inepto, inadequado

Αγγλικά → Ρουμανικά - unfit

προφορά
a. incapabil, nepotrivit, neadecvat

Αγγλικά → Ρωσικά - unfit

προφορά
г. делать непригодным
прил. неподходящий, негодный, нездоровый

Αγγλικά → Ισπανικά - unfit

προφορά
v. incapacitar, inhabilitar; desajustar, desajustarse
adj. inadecuado, en baja forma, impropio, incapaz, incompetente, indigno, ineficaz, inepto, no apto

Αγγλικά → Τουρκικά - unfit

προφορά
f. yetersiz yapmak, işe yaramaz hale getirmek
s. uygun olmayan, elverişsiz, yetersiz, işe yaramaz

Αγγλικά → Ουκρανικά - unfit

προφορά
v. непридатний: робити непридатним, дискваліфікувати
a. непридатний, нездатний, нездоровий, невгарний, невгодний, невдатний, негодящий, нездібний, незугарний, некомпетентний, неспосібний, несудний

Αγγλικά → Ολλανδικά - unfit

προφορά
ww. ongeschikt, onbekwaam, ongepast; ongeschikt maken
bn. niet passend, niet fit

Αγγλικά → Αραβικά - unfit

προφορά
‏غير كفؤ، غير مؤهل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unfit

προφορά
(动) 使不相宜, 使不合格
(形) 不适当的, 不健全的, 不胜任的

Αγγλικά → Κινεζικά - unfit

προφορά
(動) 使不相宜, 使不合格
(形) 不適當的, 不健全的, 不勝任的

Αγγλικά → Χίντι - unfit

προφορά
v. बेकार करना, अयोग्य करना, अनुपयुक्त करना
a. बेकार, अयोग्य, अनुपयुक्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unfit

προφορά
(形) 不適当な; 不健康な
(動) 不適当にする

Αγγλικά → Κορεατικά - unfit

προφορά
동. 부적당하게 하다
형. 부적당한, 걸맞지 않은; 신체적 조건이 좋은 상태가 아닌

Αγγλικά → Βιετναμικά - unfit

προφορά
v. làm không đủ năng lực
a. không thích hợp, không đủ năng lực, bất lực, bất tài


Χρονοι ρηματων

Present participle: unfitting
Present: unfit (3.person: unfits)
Past: unfitted
Future: will unfit
Present conditional: would unfit
Present Perfect: have unfitted (3.person: has unfitted)
Past Perfect: had unfitted
Future Perfect: will have unfitted
Past conditional: would have unfitted
© dictionarist.com