Αγγλικά → Ελληνικά - unfeigned

προφορά
επίθ. ανυπόκριτος

Αγγλικά → Αγγλικά - unfeigned

προφορά
adj. not feigned, genuine

Αγγλικά → Γαλλικά - unfeigned

προφορά
adj. non feint; réel

Αγγλικά → Γερμανικά - unfeigned

προφορά
adj. echt, nicht gefälscht

Αγγλικά → Ιταλικά - unfeigned

προφορά
agg. non finto, non simulato, sincero, genuino

Αγγλικά → Πολωνικά - unfeigned

προφορά
a. niekłamany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unfeigned

προφορά
adj. verdadeiro, não dissimulado

Αγγλικά → Ρουμανικά - unfeigned

προφορά
a. cinstit, deschis, neprefăcut, sincer

Αγγλικά → Ρωσικά - unfeigned

προφορά
прил. неподдельный, искренний, непритворный, истинный

Αγγλικά → Ισπανικά - unfeigned

προφορά
adj. sincero, no fingido, verdadero

Αγγλικά → Τουρκικά - unfeigned

προφορά
s. yapmacıksız, içten, gerçek

Αγγλικά → Ουκρανικά - unfeigned

προφορά
a. непідроблений, справжній

Αγγλικά → Ολλανδικά - unfeigned

προφορά
bn. ongeveinsd, oprecht

Αγγλικά → Αραβικά - unfeigned

προφορά
‏صادق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unfeigned

προφορά
(形) 不虚伪的, 诚实的, 真实的

Αγγλικά → Κινεζικά - unfeigned

προφορά
(形) 不虛偽的, 誠實的, 真實的

Αγγλικά → Χίντι - unfeigned

προφορά
a. सच्चा, हादिर्क, सरल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unfeigned

προφορά
(形) うわべだけでない

Αγγλικά → Κορεατικά - unfeigned

προφορά
형. 거짓없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - unfeigned

προφορά
a. thành thật, chân thật


dictionary extension
© dictionarist.com