Αγγλικά → Ελληνικά - unexcited

προφορά
επίθ. αδιέγερτος

Αγγλικά → Αγγλικά - unexcited

προφορά
adj. not excited

Αγγλικά → Γαλλικά - unexcited

προφορά
adj. inexcitant

Αγγλικά → Γερμανικά - unexcited

προφορά
adj. nicht aufregend

Αγγλικά → Ιταλικά - unexcited

προφορά
agg. non eccitante

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unexcited

προφορά
adj. que não está excitado

Αγγλικά → Ισπανικά - unexcited

προφορά
adj. no exaltado, no excitado

Αγγλικά → Τουρκικά - unexcited

προφορά
s. heyecansız

Αγγλικά → Ολλανδικά - unexcited

προφορά
bn. niet opgewonden

Αγγλικά → Κινεζικά - unexcited

προφορά
(形) 不激动的; 镇定的; 冷静的

Αγγλικά → Κινεζικά - unexcited

προφορά
(形) 不激動的; 鎮定的; 冷靜的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unexcited

προφορά
(形) 興奮していない

Αγγλικά → Κορεατικά - unexcited

προφορά
형. 흥분되지 않는


© dictionarist.com