Αγγλικά → Ελληνικά - unembellished

προφορά
αδιακόσμητος, λιτός, απέριττος, που δεν έχει υποστεί εξωραϊσμό

Αγγλικά → Αγγλικά - unembellished

προφορά
adj. not embellished, of a narrative not enhanced with fictitious additions

Αγγλικά → Γαλλικά - unembellished

προφορά
adj. qui n'est pas embelli, qui n'est pas réhaussé

Αγγλικά → Γερμανικά - unembellished

προφορά
adj. schmucklos

Αγγλικά → Ιταλικά - unembellished

προφορά
agg. non adorno

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unembellished

προφορά
adj. sem azul e sem sentido

Αγγλικά → Ρωσικά - unembellished

προφορά
неприукрашенный; неукрашенный; правдивый

Αγγλικά → Ισπανικά - unembellished

προφορά
adj. poco decorado, poco adornado

Αγγλικά → Ολλανδικά - unembellished

προφορά
bn. niet versieren, niet opmaken

Αγγλικά → Κινεζικά - unembellished

προφορά
(形) 未装饰的, 未修饰的

Αγγλικά → Κινεζικά - unembellished

προφορά
(形) 未裝飾的, 未修飾的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unembellished

προφορά
(形) 飾られていない

Αγγλικά → Κορεατικά - unembellished

προφορά
형. 장식이 없는,꾸밈이 없는


dictionary extension
© dictionarist.com