Αγγλικά → Ελληνικά - undulate

προφορά
επίθ. κυματώδης
ρήμ. κυματίζω, κυμαίνομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - undulate

προφορά
v. cause to move in waves; form waves; move as a wave; possess a wave-like shape; display a wavy appearance

Αγγλικά → Γαλλικά - undulate

προφορά
v. onduler

Αγγλικά → Γερμανικά - undulate

προφορά
v. wellen; wogen; wallen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - undulate

προφορά
v. berombak-berombak
a. berombak-ombak: yg berombak-ombak

Αγγλικά → Ιταλικά - undulate

προφορά
v. ondeggiare, fluttuare; avere una superficie ondulata

Αγγλικά → Πολωνικά - undulate

προφορά
v. falisto: układać się falisto, falować, sfalować, pofalować, zaondulować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - undulate

προφορά
v. ondular

Αγγλικά → Ρουμανικά - undulate

προφορά
v. undui: se undui, ondula: se ondula, legăna

Αγγλικά → Ρωσικά - undulate

προφορά
г. быть волнистым, быть холмистым

Αγγλικά → Ισπανικά - undulate

προφορά
v. ondular, ondear, undular; ser ondulante

Αγγλικά → Τουρκικά - undulate

προφορά
f. dalgalanmak, inişli çıkışlı olmak, inip çıkmak, dalgalandırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - undulate

προφορά
v. хвилеподібно: рухатися хвилеподібно, хвилеподібний: викликати хвилеподібний рух
a. хвилястий, хвилеподібний

Αγγλικά → Ολλανδικά - undulate

προφορά
ww. (doen) golven

Αγγλικά → Αραβικά - undulate

προφορά
‏تموج، موج‏
‏متموج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - undulate

προφορά
(动) 使起伏, 使波动; 波动, 呈波浪形, 起伏

Αγγλικά → Κινεζικά - undulate

προφορά
(動) 使起伏, 使波動; 波動, 呈波浪形, 起伏

Αγγλικά → Χίντι - undulate

προφορά
v. लहराना, लहरदार होना, हिलोरें लेना, घबराना, बेचैन होना, उत्तेजित होना, बेचैन करना, व्याकुल करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - undulate

προφορά
(動) 波立つ, 波打つ; 起伏する; 波のようにうねる

Αγγλικά → Κορεατικά - undulate

προφορά
동. 물결치다; 물결처럼 움직이다, 물결을 일으키다; 물결모양으로 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - undulate

προφορά
v. làm gợn sóng, dợn sóng


Χρονοι ρηματων

Present participle: undulating
Present: undulate (3.person: undulates)
Past: undulated
Future: will undulate
Present conditional: would undulate
Present Perfect: have undulated (3.person: has undulated)
Past Perfect: had undulated
Future Perfect: will have undulated
Past conditional: would have undulated
© dictionarist.com