Αγγλικά → Ελληνικά - undergo

προφορά
ρήμ. υφίσταμαι

Αγγλικά → Αγγλικά - undergo

προφορά
v. endure, experience, go through, suffer

Αγγλικά → Γαλλικά - undergo

προφορά
v. passer par, éprouver, subir; souffrir

Αγγλικά → Γερμανικά - undergo

προφορά
v. ertragen, versuchen, erleben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - undergo

προφορά
v. menjalani, mengalami, melalui

Αγγλικά → Ιταλικά - undergo

προφορά
v. sopportare, subire, soffrire, patire; sottoporsi, essere sottoposto a, affrontare

Αγγλικά → Πολωνικά - undergo

προφορά
v. odbyć, przejść, przecierpieć, podlegać, doświadczać, doznać, zaznać, odbywać, podlec, doświadczyć, doznawać, zaznawać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - undergo

προφορά
v. passar, tentar, experimentar, submeter-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - undergo

προφορά
v. îndura, încerca, păţi, pătimi, petrece, gusta, suferi, supune: se supune unei operaţii, urma un tratament

Αγγλικά → Ρωσικά - undergo

προφορά
г. испытывать, вытерпеть, переносить, подвергаться

Αγγλικά → Ισπανικά - undergo

προφορά
v. experimentar, padecer, sufrir

Αγγλικά → Τουρκικά - undergo

προφορά
f. katlanmak, çekmek, geçirmek, uğramak, başına gelmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - undergo

προφορά
v. зазнавати, зносити, витримати, витримувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - undergo

προφορά
ww. doormaken, proberen, ervaren

Αγγλικά → Αραβικά - undergo

προφορά
‏إجتاز عملية، قاسى، خضع، تحمل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - undergo

προφορά
(动) 遭受, 忍受, 经历

Αγγλικά → Κινεζικά - undergo

προφορά
(動) 遭受, 忍受, 經歷

Αγγλικά → Χίντι - undergo

προφορά
v. सहना, भोगना, भुगतना, गुज़रना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - undergo

προφορά
(動) 体験する; 耐える; 受ける

Αγγλικά → Κορεατικά - undergo

προφορά
동. 겪다, 견디다, 경험하다, 고생하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - undergo

προφορά
v. chịu, bị, trải qua, chịu sự đau khổ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: undergoing
Present: undergo (3.person: undergoes)
Past: underwent
Future: will undergo
Present conditional: would undergo
Present Perfect: have undergone (3.person: has undergone)
Past Perfect: had undergone
Future Perfect: will have undergone
Past conditional: would have undergone
© dictionarist.com