Αγγλικά → Ελληνικά - unconstrained

προφορά
επίθ. αβίαστος

Αγγλικά → Αγγλικά - unconstrained

προφορά
adj. not constrained, at liberty, not under any type of constraint

Αγγλικά → Γαλλικά - unconstrained

προφορά
adj. non contraint, sans contrainte

Αγγλικά → Γερμανικά - unconstrained

προφορά
ungezwungen, frei, locker, natürlich, unverkrampft, zwanglos

Αγγλικά → Ιταλικά - unconstrained

προφορά
agg. non costretto, senza costrizione, libero; disinvolto, naturale, spontaneo

Αγγλικά → Πολωνικά - unconstrained

προφορά
a. niewymuszony, naturalny, nieprzymuszony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unconstrained

προφορά
ilimitado

Αγγλικά → Ρουμανικά - unconstrained

προφορά
a. liber

Αγγλικά → Ρωσικά - unconstrained

προφορά
прил. добровольный, непринужденный, действующий не по принуждению, естественный

Αγγλικά → Ισπανικά - unconstrained

προφορά
adj. abandonado; espontáneo

Αγγλικά → Τουρκικά - unconstrained

προφορά
s. serbest, teklifsiz, rahat

Αγγλικά → Ολλανδικά - unconstrained

προφορά
bn. ongedwongen, onbeperkt

Αγγλικά → Αραβικά - unconstrained

προφορά
‏غير مكره، غير متكلف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unconstrained

προφορά
(形) 不受拘束的, 自由的, 不受强制的

Αγγλικά → Κινεζικά - unconstrained

προφορά
(形) 不受拘束的, 自由的, 不受強制的

Αγγλικά → Χίντι - unconstrained

προφορά
a. इख्तियारी, स्वेच्छापूर्ण, स्वैच्छिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unconstrained

προφορά
(形) 自由な

Αγγλικά → Κορεατικά - unconstrained

προφορά
형. 구속받지 않는, 강제가 아닌, 거리낌없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - unconstrained

προφορά
a. không bị ép buộc, không bị bắt buộc


dictionary extension
© dictionarist.com