Αγγλικά → Ελληνικά - uncharitable

προφορά
επίθ. ανελεήμων

Αγγλικά → Αγγλικά - uncharitable

προφορά
adj. not charitable; ungenerous; unkind

Αγγλικά → Γαλλικά - uncharitable

προφορά
adj. peu charitable

Αγγλικά → Γερμανικά - uncharitable

προφορά
adj. lieblos

Αγγλικά → Ινδονησιακά - uncharitable

προφορά
a. belas kasihan: yg tak kenal belas kasihan

Αγγλικά → Ιταλικά - uncharitable

προφορά
agg. duro, severo, aspro

Αγγλικά → Πορτογαλικά - uncharitable

προφορά
adj. não caridoso , não generoso

Αγγλικά → Ρωσικά - uncharitable

προφορά
прил. жестокий, немилосердный, злостный

Αγγλικά → Ισπανικά - uncharitable

προφορά
adj. poco caritativo, poco compasivo

Αγγλικά → Τουρκικά - uncharitable

προφορά
s. merhametsiz, şefkâtsiz, kusur bulucu

Αγγλικά → Ουκρανικά - uncharitable

προφορά
a. жорстокий, немилосердний

Αγγλικά → Ολλανδικά - uncharitable

προφορά
bn. niet vrijgevig

Αγγλικά → Αραβικά - uncharitable

προφορά
‏غير متساهل، غير متسامح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - uncharitable

προφορά
(形) 无慈悲心的, 不宽恕的, 无情的

Αγγλικά → Κινεζικά - uncharitable

προφορά
(形) 無慈悲心的, 不寬恕的, 無情的

Αγγλικά → Χίντι - uncharitable

προφορά
a. कंजूस, लोभी, कृपण, संगदिल, निर्दय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - uncharitable

προφορά
(形) 無慈悲な; けちな; 不親切な

Αγγλικά → Κορεατικά - uncharitable

προφορά
형. 무자비한

Αγγλικά → Βιετναμικά - uncharitable

προφορά
a. không khoan dung


© dictionarist.com