Γερμανικά → Αγγλικά - unbeherrscht

προφορά
adv. uncontrollably, without self-control; intemperately, unrestrainedly, unbridledly

Γερμανικά → Γαλλικά - unbeherrscht

προφορά
adj. emporté, soupe au lait
adv. emportement: avec emportement, gloutonnement

Γερμανικά → Ιταλικά - unbeherrscht

προφορά
adj. dominarsi: che non sa dominarsi, dominare: non dominato, incontrollato
adv. da che non sa dominarsi

Γερμανικά → Ρωσικά - unbeherrscht

προφορά
adj. несдержанный, экспансивный

Γερμανικά → Ισπανικά - unbeherrscht

προφορά
adj. dominarse: que no sabe dominarse, desgobernado, destemplado

Γερμανικά → Τουρκικά - unbeherrscht

προφορά
s. zaptedemeyen


© dictionarist.com