Αγγλικά → Ελληνικά - unalterable

προφορά
επίθ. αναλλοίωτος

Αγγλικά → Αγγλικά - unalterable

προφορά
adj. that cannot be altered, unchangeable, not alterable

Αγγλικά → Γαλλικά - unalterable

προφορά
adj. inaltérable

Αγγλικά → Γερμανικά - unalterable

προφορά
adj. unveränderlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - unalterable

προφορά
a. diubah: yg tak dpt diubah

Αγγλικά → Ιταλικά - unalterable

προφορά
agg. inalterabile, immutabile

Αγγλικά → Πολωνικά - unalterable

προφορά
a. nieodmienny, niezmienny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - unalterable

προφορά
adj. inalterável

Αγγλικά → Ρουμανικά - unalterable

προφορά
a. fix, inalterabil, invariabil, nemodificat

Αγγλικά → Ρωσικά - unalterable

προφορά
прил. неизменный, не допускающий перемен, устойчивый, невозвратимый

Αγγλικά → Ισπανικά - unalterable

προφορά
adj. inalterable, inmutable, invariable

Αγγλικά → Τουρκικά - unalterable

προφορά
s. değişmez, değiştirilemez

Αγγλικά → Ουκρανικά - unalterable

προφορά
a. незмінний

Αγγλικά → Ολλανδικά - unalterable

προφορά
bn. niet te veranderen, niet te wijzigen

Αγγλικά → Αραβικά - unalterable

προφορά
‏مبرم، راسخ، غير قابل للتغيير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - unalterable

προφορά
(形) 不能改变的, 坚定不移的, 不变的

Αγγλικά → Κινεζικά - unalterable

προφορά
(形) 不能改變的, 堅定不移的, 不變的

Αγγλικά → Χίντι - unalterable

προφορά
a. अचल, बेबदल, स्थिर, सदा एकसां, निरंतर, मुस्तक़िल, स्थायी, दृढ़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - unalterable

προφορά
(形) 変えがたい, 変えられない, 変更できない

Αγγλικά → Κορεατικά - unalterable

προφορά
형. 바꿀 수 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - unalterable

προφορά
a. không thay đổi, bất dịch


dictionary extension
© dictionarist.com