Αγγλικά → Ελληνικά - typical

προφορά
επίθ. χαρακτηριστικός, τυπικός

Αγγλικά → Αγγλικά - typical

προφορά
adj. characteristic, representative, conforming to the expected, standard, classic

Αγγλικά → Γαλλικά - typical

προφορά
adj. typique, caractéristique

Αγγλικά → Γερμανικά - typical

προφορά
adj. bezeichnend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - typical

προφορά
a. khas, khusus, tipikal, typis

Αγγλικά → Ιταλικά - typical

προφορά
agg. tipico, tipo

Αγγλικά → Πολωνικά - typical

προφορά
a. typowy, gatunkowy, charakterystyczny, właściwy, reprezentatywny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - typical

προφορά
adj. típico, característico

Αγγλικά → Ρουμανικά - typical

προφορά
a. caracteristic, caracterizator, tipic

Αγγλικά → Ρωσικά - typical

προφορά
прил. типичный, символический

Αγγλικά → Ισπανικά - typical

προφορά
adj. típico, distintivo, peculiar

Αγγλικά → Τουρκικά - typical

προφορά
s. tipik, karakteristik, özgün, kendine özgü

Αγγλικά → Ουκρανικά - typical

προφορά
a. типовий, символічний, характерний

Αγγλικά → Ολλανδικά - typical

προφορά
bn. typisch

Αγγλικά → Αραβικά - typical

προφορά
‏مثالي، قياسي، نموذجي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - typical

προφορά
(形) 典型的, 象征性的

Αγγλικά → Κινεζικά - typical

προφορά
(形) 典型的, 象徵性的

Αγγλικά → Χίντι - typical

προφορά
a. नमूने का, लाक्षणिक, ठेठ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - typical

προφορά
(形) 典型的な; 特有の

Αγγλικά → Κορεατικά - typical

προφορά
형. 전형적인, 상징적인, 고전적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - typical

προφορά
a. tượng trưng


dictionary extension
© dictionarist.com