Αγγλικά → Ελληνικά - tutor

προφορά
ουσ. προγυμναστής, παιδαγωγός, επιμελητής, οικοδιδάσκαλος
ρήμ. διδάσκω ιδιαιτερώς

Αγγλικά → Αγγλικά - tutor

προφορά
n. private teacher; university or college officer charged with responsibility for undergraduate students (for studies or welfare); guardian of a child
v. instruct or teach (especially as a private teacher); perform the function of a tutor; act as a guardian toward; learn privately with a tutor
n. tutor, private teacher; university or college officer charged with responsibility for undergraduate students; guardian of a child

Αγγλικά → Γαλλικά - tutor

προφορά
n. précepteur, éducateur
v. guider, instruire, diriger

Αγγλικά → Γερμανικά - tutor

προφορά
n. Privatlehrer, Erzieher
v. unterrichten; schulen, erziehen; beherrschen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - tutor

προφορά
n. guru pribadi, pengasuh, pendidik, pamong
v. memberi pelajaran pribadi, mengajar di rumah, mengajar ekstra, memberi les, belajar di rumah, belajar ekstra

Αγγλικά → Ιταλικά - tutor

προφορά
s. istitutore, ripetitore, insegnante privato, precettore; (Univ) docente incaricato di assistere un gruppo di studenti; (am; Univ) assistente
v. fare l'istitutore di; insegnare, istruire, educare; (fig) controllare, dominare, disciplinare

Αγγλικά → Πολωνικά - tutor

προφορά
n. guwerner, wychowawca, nauczyciel, adiunkt, opiekun nieletniego {prawn.}
v. nauczać, lekcja: udzielać lekcji, nauczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - tutor

προφορά
s. tutor, educador; monitor
v. ensinar, instruir, monitorar; atuar como tutor; estudar com um tutor

Αγγλικά → Ρουμανικά - tutor

προφορά
n. asistent universitar, meditator, preparator la universităţile engleze, tutore
v. învăţa pe cineva, da lecţii particular, medita, lua meditaţii, pregăti, conduce o instituţie, tutela

Αγγλικά → Ρωσικά - tutor

προφορά
с. младший преподаватель высшего учебного заведения, домашний учитель, репетитор, наставник, руководитель группы студентов, опекун
г. давать частные уроки, обучать, брать уроки, наставлять, руководить

Αγγλικά → Ισπανικά - tutor

προφορά
s. tutor, ayo, instructor
v. enseñar, dar clases particulares, dar clases privadas

Αγγλικά → Τουρκικά - tutor

προφορά
f. özel ders vermek, özel ders almak
i. özel hoca, özel öğretmen, asistan (üniv.), ders kitabı, vasi

Αγγλικά → Ουκρανικά - tutor

προφορά
n. репетитор, вихователь, керівник групи студентів, ментор
v. урок: давати приватні уроки, навчати, керувати

Γερμανικά → Αγγλικά - tutor

προφορά
n. tutor

Ιταλικά → Αγγλικά - tutor

προφορά
n. tutor, private teacher

Πορτογαλικά → Αγγλικά - tutor

προφορά
n. curator, committee, guardian, tutor

Ισπανικά → Αγγλικά - tutor

προφορά
n. guardian, tutor; advisor

Αγγλικά → Ολλανδικά - tutor

προφορά
zn. privé leraar; goeverneur
ww. als privéleraar werken

Γερμανικά → Γαλλικά - tutor

προφορά
n. moniteur (m), tuteur (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - tutor

προφορά
n. didattico: consulente didattico (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - tutor

προφορά
n. tutor (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - tutor

προφορά
özel ögretmen, (üniversitede) ögretmen, vasi

Πορτογαλικά → Γαλλικά - tutor

προφορά
(direito - homem) tuteur (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - tutor

προφορά
(derecho - hombre) tuteur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - tutor

προφορά
n. vormund, stütze, stützstange, tutor

Ισπανικά → Ρωσικά - tutor

προφορά
n. опекун

Αγγλικά → Αραβικά - tutor

προφορά
‏معلم خاص، معلم خصوصي، مرب، مدرس‏
‏علم دروس خصوصية، ربى، درس، أرشد، قام بمهام المدرس، تلقى دروسا خصوصية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - tutor

προφορά
(名) 家庭教师, 助教, 指导教师
(动) 当...的教师, 指导, 教; 当家庭教师, 受家教的指导

Αγγλικά → Κινεζικά - tutor

προφορά
(名) 家庭教師, 助教, 指導教師
(動) 當...的教師, 指導, 教; 當家庭教師, 受家教的指導

Αγγλικά → Ιαπωνικά - tutor

προφορά
(名) 家庭教師; 大学や短期大学の個別指導教官(研究など), 講師; 保護者
(動) 家庭教師をする(とくに個人的に); しつける; 保護する; 家庭教師のもとで個人的に学ぶ

Αγγλικά → Κορεατικά - tutor

προφορά
명. 가정 교사; 개별 지도 교수 (학업이나 복지를 책임지는); 후견인
동. 개인 교사로서 가르치다; 개인 교사로서 지도하다; 개인 교습을 받다; 보호자의 역할을 수행하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - tutor

προφορά
n. người thủ hộ, người giám hộ, thầy dạy tư
v. dạy người nào, dạy riêng

Γερμανικά → Κινεζικά - tutor

προφορά
[der]pl.Tutoren 学习辅导员。家庭教师。

Ισπανικά → Κορεατικά - tutor

προφορά
n. 보호자


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: tutoring
Present: tutor (3.person: tutors)
Past: tutored
Future: will tutor
Present conditional: would tutor
Present Perfect: have tutored (3.person: has tutored)
Past Perfect: had tutored
Future Perfect: will have tutored
Past conditional: would have tutored
© dictionarist.com