Αγγλικά → Ελληνικά - tunnel

προφορά
ουσ. σήραγγα, σήραγξ, υπόγειος δρόμος, τούνελ
ρήμ. κατασκευάζω σήραγγα

Αγγλικά → Αγγλικά - tunnel

προφορά
n. hollow underground passage; protected conveyance conduit through a mountain or under a body of water
v. dig a tubular passage, create a tunnel
n. tunnel, hollow underground passage, protected conveyance conduit through a mountain or under a body of water

Αγγλικά → Γαλλικά - tunnel

προφορά
n. tunnel, passage souterrain
v. creuser un tunnel; créer un tunnel

Αγγλικά → Γερμανικά - tunnel

προφορά
n. Tunnel; Stollen; unterirdischer Durchgang
v. Tunnel bohren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - tunnel

προφορά
n. terowongan, tembusan
v. menggali terowongan, menembusi

Αγγλικά → Ιταλικά - tunnel

προφορά
s. galleria, passaggio sotterraneo; (Ferr, Strad) traforo, tunnel; (Aer) tunnel aerodinamico, galleria aerodinamica
v. scavare una galleria

Αγγλικά → Πολωνικά - tunnel

προφορά
n. tunel, przekop, korytarz
v. przekopać, ryć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - tunnel

προφορά
s. túnel
v. construir um túnel

Αγγλικά → Ρουμανικά - tunnel

προφορά
n. galerie, pasaj, tunel
v. străpunge

Αγγλικά → Ρωσικά - tunnel

προφορά
с. тоннель, подземный ход, штольня, дымоход
г. прокладывать тоннель

Αγγλικά → Ισπανικά - tunnel

προφορά
s. túnel
v. excavar un túnel

Αγγλικά → Τουρκικά - tunnel

προφορά
f. tünel açmak
i. tünel, galeri (maden)

Αγγλικά → Ουκρανικά - tunnel

προφορά
n. тунель, штольня, димар
v. тунель: прокладати тунель

Γαλλικά → Αγγλικά - tunnel

προφορά
(m) n. tunnel, hollow underground passage; protected conveyance conduit through a mountain or under a body of water

Γερμανικά → Αγγλικά - tunnel

προφορά
n. tunnel, subway, tube

Ιταλικά → Αγγλικά - tunnel

προφορά
n. tunnel, hollow underground passage

Ολλανδικά → Αγγλικά - tunnel

προφορά
n. tunnel, subway

Αγγλικά → Ολλανδικά - tunnel

προφορά
zn. tunnel
ww. een tunnel graven

Γαλλικά → Γερμανικά - tunnel

προφορά
n. galerie, tunnel

Γαλλικά → Ιταλικά - tunnel

προφορά
(général) galleria (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - tunnel

προφορά
(général) túnel (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - tunnel

προφορά
n. туннель (m), туннель подземной ж.-д. (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - tunnel

προφορά
(général) túnel (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - tunnel

προφορά
[le] tünel

Γερμανικά → Γαλλικά - tunnel

προφορά
n. tunnel (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - tunnel

προφορά
n. galleria (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - tunnel

προφορά
n. тоннель (m), туннель (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - tunnel

προφορά
n. túnel (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - tunnel

προφορά
i. tünel (m)

Ολλανδικά → Γαλλικά - tunnel

προφορά
(algemeen) tunnel (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - tunnel

προφορά
(général) tunnel (m)

Γερμανικά → Ολλανδικά - tunnel

προφορά
tunnel

Αγγλικά → Αραβικά - tunnel

προφορά
‏إنكماش، أنبوب، نفق، نفق المنحم‏
‏شق نفقا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - tunnel

προφορά
(名) 隧道, 地下道
(动) 在...挖掘隧道; 在...打开通道; 挖, 凿; 打开; 挖掘隧道; 隧穿; 打开通道

Αγγλικά → Κινεζικά - tunnel

προφορά
(名) 隧道, 地下道
(動) 在...挖掘隧道; 在...打開通道; 挖, 鑿; 打開; 挖掘隧道; 隧穿; 打開通道

Αγγλικά → Χίντι - tunnel

προφορά
n. टनेल, सुरंग

Αγγλικά → Ιαπωνικά - tunnel

προφορά
(動) トンネルを掘る; トンネルを作る
(名) トンネル, 地下を通る穴; 坑道; 導水するためにほられた山を通る道

Αγγλικά → Κορεατικά - tunnel

προφορά
명. 터널, 지하도; 물밑이나 산속을 가로 지르는 보호 수송관
동. 터널을 파다, 갱도를 파고 나아가다, 터널을 만들다

Αγγλικά → Βιετναμικά - tunnel

προφορά
n. đường hầm
v. đào đường hần ngang qua

Γερμανικά → Κινεζικά - tunnel

προφορά
[der]地铁。隧道。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: tunneling
Present: tunnel (3.person: tunnels)
Past: tunneled
Future: will tunnel
Present conditional: would tunnel
Present Perfect: have tunneled (3.person: has tunneled)
Past Perfect: had tunneled
Future Perfect: will have tunneled
Past conditional: would have tunneled
© dictionarist.com