Αγγλικά → Ελληνικά - truly

προφορά
επίρ. αληθώς, ειλικρινά, όντως, ειλικρινώς

Αγγλικά → Αγγλικά - truly

προφορά
adv. really, truthfully, genuinely

Αγγλικά → Γαλλικά - truly

προφορά
adv. vraiment, réellement; véritablement

Αγγλικά → Γερμανικά - truly

προφορά
adv. wahrlich; wirklich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - truly

προφορά
adv. sungguh-sungguh, sesungguhnya, betul-betul, benar-benar, bahwasanya

Αγγλικά → Ιταλικά - truly

προφορά
avv. giustamente, con esattezza; accuratamente, con precisione; veramente, sinceramente, realmente; davvero

Αγγλικά → Πολωνικά - truly

προφορά
adv. naprawdę, rzeczywiście, prawdziwie, realnie, faktycznie, szczerze, wiernie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - truly

προφορά
adv. verdadeiramente, sinceramente

Αγγλικά → Ρουμανικά - truly

προφορά
adv. adevărat: cu adevărat, drept, exact, precis, sincer, realmente, just

Αγγλικά → Ρωσικά - truly

προφορά
нареч. правдиво, поистине, верно, истинно, искренне, лояльно, точно, действительно, в самом деле, по настоящему, честно говоря

Αγγλικά → Ισπανικά - truly

προφορά
adv. verdaderamente, correctamente, de veras, en realidad, en verdad, propiamente, realmente, sinceramente; fielmente, lealmente

Αγγλικά → Τουρκικά - truly

προφορά
zf. gerçekten, hakikaten, içtenlikle, içten, sadakâtla, doğru olarak

Αγγλικά → Ουκρανικά - truly

προφορά
adv. правдиво, точно, лояльно, справді, законно, істинно, ревне, чисто

Αγγλικά → Ολλανδικά - truly

προφορά
bw. in waarheid; echt, oprecht

Αγγλικά → Αραβικά - truly

προφορά
‏حقا، في الواقع، بإخلاص، بصدق، فعلا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - truly

προφορά
(副) 真实地, 不假地

Αγγλικά → Κινεζικά - truly

προφορά
(副) 真實地, 不假地

Αγγλικά → Χίντι - truly

προφορά
adv. यथार्थतः

Αγγλικά → Ιαπωνικά - truly

προφορά
(副) 真実に; 心から; 本当に; 厳密に

Αγγλικά → Κορεατικά - truly

προφορά
부. 진실로, 정말로, 진찌로, 진정으로

Αγγλικά → Βιετναμικά - truly

προφορά
adv. thật, thành thật, chân thật, thật ra, đúng, đúng đắn, ngay thật


dictionary extension
© dictionarist.com