Αγγλικά → Ελληνικά - trudge

προφορά
ρήμ. βαδίζω μετά κόπου, βαδίζω με κόπο

Αγγλικά → Αγγλικά - trudge

προφορά
v. walk laboriously, walk heavily, plod, tramp; walk

Αγγλικά → Γαλλικά - trudge

προφορά
v. marcher lourdement, se traîner

Αγγλικά → Γερμανικά - trudge

προφορά
v. stapfen; trotten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - trudge

προφορά
n. perjalanan dgn susah-payah, perjalanan yg meletihkanah
v. berjalan dgn lesu, berangkat

Αγγλικά → Ιταλικά - trudge

προφορά
v. camminare a fatica, camminare faticosamente, arrancare

Αγγλικά → Πολωνικά - trudge

προφορά
n. męczący marsz
v. posunąć się: z trudem posuwać się do przodu, doleźć, brnąć, dołazić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - trudge

προφορά
v. andar com dificuldade

Αγγλικά → Ρουμανικά - trudge

προφορά
n. mers obosit, mers târşâit
v. merge cu greu

Αγγλικά → Ρωσικά - trudge

προφορά
г. идти с трудом, устало тащиться

Αγγλικά → Ισπανικά - trudge

προφορά
v. caminar con pesadez

Αγγλικά → Τουρκικά - trudge

προφορά
f. zorla yürümek, yorgun argın yürümek
i. yorgun argın yürüme, yorucu yürüyüş

Αγγλικά → Ουκρανικά - trudge

προφορά
n. прогулянка: стомлива прогулянка, шлях: довгий важкий шлях
v. плентатися, вирушати

Αγγλικά → Ολλανδικά - trudge

προφορά
ww. zich met moeite voortslepen, voortsjouwen; achter iemand aansjokken; afsjouwen

Αγγλικά → Αραβικά - trudge

προφορά
‏مشي طويل مجهد‏
‏خاض بالوحل، مشى بتثاقل، تشسكع بالشوارع، إجتاز بمشي مجهد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - trudge

προφορά
(动) 沉重地走, 蹒跚地走

Αγγλικά → Κινεζικά - trudge

προφορά
(動) 沈重地走, 蹣跚地走

Αγγλικά → Ιαπωνικά - trudge

προφορά
(動) とぼとぼ歩く; 歩く

Αγγλικά → Κορεατικά - trudge

προφορά
동. 터벅터벅 걷다, 쿵쿵 걷다; 걷다

Αγγλικά → Βιετναμικά - trudge

προφορά
n. sự đi một cách mệt nhọc, dánh đi một cách cực nhọc
v. đi một cách mệt nhọc, đi một cách cực nhọc


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: trudging
Present: trudge (3.person: trudges)
Past: trudged
Future: will trudge
Present conditional: would trudge
Present Perfect: have trudged (3.person: has trudged)
Past Perfect: had trudged
Future Perfect: will have trudged
Past conditional: would have trudged
© dictionarist.com