Αγγλικά → Ελληνικά - trench

προφορά
ουσ. τάφρος, χαράκωμα, χαντάκι
ρήμ. σφετερίζομαι, σκάπτω τάφρο

Αγγλικά → Αγγλικά - trench

προφορά
n. ditch, canal
v. dig a deep ditch, fortify with trenches, entrench

Αγγλικά → Γαλλικά - trench

προφορά
n. fossé, tranchée; fouille, action de creuser
v. trancher

Αγγλικά → Γερμανικά - trench

προφορά
n. Schützengraben; Furche; Graben
v. mit Graben durchziehen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - trench

προφορά
n. parit, parit perlindungan
v. menggali, melindungi dgn parit

Αγγλικά → Ιταλικά - trench

προφορά
s. fossa, fosso, scavo, fossato; (Mil) trincea; (Edil) scavo a trincea
v. scavare una fossa, scavare fosse in; (Mil) trincerare, proteggere con una trincea; scavare una trincea in; (Agr) scavare un fosso di drenaggio in; incidere, scolpire

Αγγλικά → Πολωνικά - trench

προφορά
n. rów, bruzda, transzeja, okop
v. przekopać rowami
a. okopowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - trench

προφορά
s. trincheira; fosso, vala
v. cavar, escavar, fortificar

Αγγλικά → Ρουμανικά - trench

προφορά
n. şanţ, rigolă, tranşee
v. săpa

Αγγλικά → Ρωσικά - trench

προφορά
с. ров, канава, борозда, котлован, окоп, траншея
г. рыть канавы, рыть окопы; вскапывать, прорезать, прорубать

Αγγλικά → Ισπανικά - trench

προφορά
s. trinchera, foso, foso defensivo, zanja
v. atrincherar, abrir zanjas en, rodear con una zanja, zanjear

Αγγλικά → Τουρκικά - trench

προφορά
f. hendek kazmak, siper kazmak, bellemek, kazmak
i. hendek, çukur, siper, suyolu

Αγγλικά → Ουκρανικά - trench

προφορά
n. рів, окоп, шурф, рівчак, траншея
v. рити, прорізувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - trench

προφορά
zn. geul, greppel, loopgraaf
ww. graven, zich ingraven

Ιταλικά → Γαλλικά - trench

προφορά
(abbigliamento) trench-coat (m)

Αγγλικά → Αραβικά - trench

προφορά
‏خندق، خندقه‏
‏حفر خندقا، حمى بخندق، حصن، خندق، إعتصم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - trench

προφορά
(名) 沟渠, 管沟, 堑壕
(动) 蚕食, 侵犯, 挖; 挖战壕, 侵犯, 接近

Αγγλικά → Κινεζικά - trench

προφορά
(名) 溝渠, 管溝, 塹壕
(動) 蠶食, 侵犯, 挖; 挖戰壕, 侵犯, 接近

Αγγλικά → Χίντι - trench

προφορά
n. ट्रेंच, मोर्चा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - trench

προφορά
(名) 溝; ざんごう
(動) 溝を掘る, 塹壕を掘る

Αγγλικά → Κορεατικά - trench

προφορά
명. 참호, 도랑, 호
동. 도랑을 파다, 호를 파다

Αγγλικά → Βιετναμικά - trench

προφορά
n. rãnh, hào, mương, hầm
v. đào hầm, đào rãnh, đào mương


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: trenching
Present: trench (3.person: trenches)
Past: trenched
Future: will trench
Present conditional: would trench
Present Perfect: have trenched (3.person: has trenched)
Past Perfect: had trenched
Future Perfect: will have trenched
Past conditional: would have trenched
© dictionarist.com